Σαπφώ Νοταρά

Πρόσωπα

Τελείωσε το Πανεπιστήμιο -από τις λίγες γυναίκες τότε- δούλευε στην Τράπεζα και ξαφνικά αποφάσισε να αλλάξει το επίθετό της να βγει στο Θέατρο. Έκτοτε, ήταν σαν να αποσύρθηκε από τον κόσμο, έγινε σαν ιερό πρόσωπο. Δηλαδή έβλεπε όλη την ίντριγκα που γινόταν γύρω της και δεν ήθελε να συμμετάσχει, για να μη χάσει μια βαθύτερη αγνότητα που είχε.

Μου είπε ότι το 1935 στην Αίγυπτο, την είχε ερωτευτεί ένας εργοστασιάρχης. Της έλεγε να τον παντρευτεί και θα της έχτιζε τρία θέατρα, αλλά αυτή δεν τον αγαπούσε και τον είχε διώξει, κι εγώ της είπα:

”Σαπφώ, έπρεπε να θυσιαστείς για την Τέχνη βρε παιδί μου, τώρα θα είχες τρία θέατρα”. Μου είπε ότι είμαι ένας βλαξ,  διότι ο εργοστασιάρχης ήταν χημικός, είχε κάνει πειράματα, είχε παραμορφωθεί, και είχε γίνει σαν τον Φρανκεστάιν!…

Μου είπε ότι παρασύρθηκε από μια επιτυχία που είχε όταν άρχισε να μιλάει με αυτό το χαρακτηριστικό ύφος. Γιατί δε μιλούσε έτσι η γυναίκα, έγινε ένας Tύπος. “Και έχασα μου λέει, όλο το μέλλον μου και όλα τα ”νερά” μου”.

Τη φωνή της, τη ”δανείστηκε” όταν ένα παιδάκι στο διάδρομο μιας πολυκατοικίας, της είπε με άγρια φωνή:

”Σταμάτα, σε πυροβολώ!”

Μόνο ως πρώτη ύλη βέβαια τη χρησιμοποίησε όπως το παιδάκι, μέχρι η φωνή της να γίνει ένα ολοκληρωμένο μουσικό όργανο.

Με αυτή τη φωνή, έμεινε αξέχαστη στο ραδιόφωνο ως θρυλική Κλημεντίνη στο ”Ημερολόγιο ενός θυρωρού”.

Πίσω από τη βροντερή και βραχνή φωνή της υπηρέτριας και της σπιτονοικοκυράς που της έδιναν να παίζει στον κινηματογράφο, υπήρχε ένα άτομο παρατημένο από τις ανθρώπινες φιλοδοξίες των ημερών.

Με μια παράξενη ανθρωπιά και αγνότητα, που έκανε τους ρόλους της τόσο πιστευτούς,
γιατί έδινε στις λέξεις ύλη, όταν φώναζε: ”Μπουρλότο!”.

Η πλειοψηφία των συναδέλφων της, τη θεωρούσε απλά, κωμικό πρόσωπο. Οι άνθρωποι του θεάματος δεν της φέρθηκαν καλά, δεν εκτίμησαν το ταλέντο της, δε μπόρεσαν να διακρίνουν τον αρχαίο σπαραγμό της.

Ο Γιάννης Τσαρούχης συνέλαβε το πραγματικό της ταλέντο και της έδωσε το ρόλο της κορυφαίας του χορού αλλά και όλα τα χορικά των ”Τρωάδων”.

Στις ταινίες που έπαιζε η Σαπφώ Νοταρά ήταν για πολλά χρόνια ένας ετοιμοθάνατος γελωτοποιός, όπως σημειώνει ο ποιητής και φιλόλογος Μενέλαος Μουντές. Και αυτό το καταλάβαινε και αντιδρούσε απότομα στον περίγυρό της, ακόμα και σε περιπτώσεις φιλικής προσέγγισης.

Όπως λέει στο βιογραφικό του διήγημα ”Τα Σαντέ Της Σαπφώς” ο Γιώργος Μανιώτης,
(ο μόνος πνευματικός άνθρωπος που την πλησίασε και έγραψε γι’ αυτήν) ήταν σαν να έλεγε στον κόσμο: ”Στην πραγματική ζωή δε θα υπάρχω. Θα υπάρχω μόνο, όσο διαρκεί η παράσταση”.

Έτσι φρόντισε να κρατήσει τον εαυτό της, αόρατο σχεδόν, μισοκρυμμένο πάντα στις πίσω σκιές των κτηρίων.

Το Άβατο της μοναξιάς της, δεν το πάτησε ποτέ κανείς.

……………………………………………………………………………………………………
Μαρτυρίες:
Γιώργος Μανιώτης – Αλίκη Γεωργούλη – Νίκος Θωμόπουλος

Πηγές:
logomnimon. wordpress. com
cinemainfo. gr