Η κηδεία της έγινε το περασμένο Σάββατο στο ίδρυμα-γηροκομείο “Παναγία Φανερωμένη”, που διατηρούσε στην Μάνδρα, στην περιοχή Παλαιοκούντουρα.

Ήταν διευθύντρια γηροκομείου και, κατά τους ισχυρισμούς της, οραματίστρια και προφήτισσα. Η δράση της ξεκίνησε από μια σπάνια δερματική νόσο από την οποία έπασχε (κνιδωτικός δερμογραφισμός), που άφηνε σημάδια στο σώμα της και η ίδια ισχυρίσθηκε ότι η Παναγία επικοινωνούσε μαζί της μέσω αυτών των μηνυμάτων. Απέκτησε σταδιακά πλήθος πιστών, με τις εισφορές και δωρεές των οποίων δημιούργησε το γηροκομείο στη Μάνδρα.

Επί δεκαετίες είχε πολλούς ηλικιωμένους τρόφιμους, αλλά κατηγορήθηκε ότι δεν ήταν “και τόσο φιλανθρωπικό ίδρυμα”, καθώς για να δεχτεί οποιονδήποτε, του έπαιρνε τη σύνταξή του και άλλα περιουσιακά στοιχεία. Επίσης υπήρξαν καταγγελίες ότι οι συνθήκες διαμονής και διαβίωσης στο ίδρυμα ήταν τραγικές και οι επιθεωρητές του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών σε αναφορές τους έγραψαν ότι «πότιζαν με υπνωτικά τους γέρους και τις γριές, που δεν μπορούσαν να κουνηθούν από τα κρεβάτια τους. Ήταν ακίνητοι και σκελετωμένοι και περίμεναν τον θάνατο».

Από το 1967 είχε αφοριστεί από την Εκκλησία της Ελλάδος με απόφαση της Ιεράς Συνόδου και αποκαταστάθηκε το 1980. Αρκετές φορές πέρασε από δικαστήρια λόγω των κατηγοριών που της απαγγέλθηκαν, αλλά ουδέποτε καταδικάσθηκε. Λεγόταν ότι κατάφερε να αποκτήσει πολύ μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία.

Συνήγορος υπεράσπισής της σε όλες τις δίκες ήταν ο ποινικολόγος Γιάννης Παπαδογιαννάκης, ο οποίος διατέλεσε γενικός γραμματέας του Υπουργείου Δικαιοσύνης επί κυβέρνησης Ανδρέα Παπανδρέου και γενικός γραμματέας της Ελληνικής Εταιρείας Ποινικού Δικαίου.

Η φήμη της υπέστη συντριπτικό πλήγμα την δεκαετία του 1980, όταν με σειρά εκπομπών οι «Ρεπόρτερς» (Γιάννης Δημαράς, Γιώργος Λιάνης και Κώστας Χαρδαβέλλας) την παγίδευσαν και ανέδειξαν στις εκπομπές τους απάτες στο γηροκομείο. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 υπέστη αλλεπάλληλα εγκεφαλικά επεισόδια, με συνέπεια να μείνει παράλυτη και να χάσει την ικανότητα ομιλίας.