Σωτήρης Ρούσσος*

Η ειδίκευσή μου είναι η Μέση Ανατολή, μια περιοχή όπου η σκληρή ισχύς και η χρήση ένοπλης βίας χαίρει μεγάλης εκτίμησης και σεβασμού σε αντίθεση με κενούς περιεχομένου διπλωματικούς χειρισμούς, οικονομικές κυρώσεις και ρητορική για κανόνες που δεν τηρούνται. Με αυτά ως αφετηρία θα προσεγγίσω και το θέμα του πολέμου της Ουκρανίας.

Πρώτον, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ θα ενίσχυε σημαντικά την ευρωπαϊκή ασφάλεια, ούτε καν των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης. Αντιθέτως, μια τέτοια ένταξη επέτεινε το αίσθημα περικύκλωσης στη Μόσχα, που έβλεπε να περιορίζεται γεωπολιτικά στα σύνορα του ρωσικού βασιλείου τον 17ο αιώνα, πριν από τον Μεγάλο Πέτρο. Ηταν λοιπόν αναμενόμενο ότι η Ρωσία θα αντιδρούσε ακόμη και με στρατιωτικά μέσα, αν μάλιστα αναλογιστεί κανείς τα προηγούμενα παραδείγματα της Οσετίας και της Κριμαίας.

Δεύτερον, προφανώς είναι αναφαίρετο δικαίωμα ενός κυρίαρχου κράτους να αποφασίζει σε ποια συμμαχία θα συμμετάσχει. Επειδή όμως το διεθνές σύστημα είναι άναρχο και δεν υπάρχει κάποια υπέρτατη αρχή που επιβάλλει τους κανόνες, το κάθε κράτος πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν του τους συσχετισμούς σε κάθε απόφαση. Η ουκρανική κυβέρνηση υποτίμησε τους κινδύνους και ίσως άκουσε κάποιες δυνάμεις που τη διαβεβαίωσαν ότι η Ρωσία δεν θα προχωρήσει σε επέμβαση φοβούμενη τις κυρώσεις. Οι διαβεβαιώσεις αυτές, αν υπήρξαν, έχουν τραγικό κόστος για την Ουκρανία και τον λαό της, όπως είχαν και στην περίπτωση της Γεωργίας.

Τρίτον, είναι καταφανής η απουσία αξιόπιστου διεθνούς συλλογικού μηχανισμού επίλυσης συγκρούσεων. Ο ΟΗΕ βρίσκεται δυστυχώς σε καθεστώς πλήρους αναποτελεσματικότητας και ανυποληψίας και ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη αποδεικνύεται εξίσου αναποτελεσματικός στην επίλυση και την πρόληψη συγκρούσεων, όπως φάνηκε και στην περίπτωση του πολέμου Αζερμπαϊτζάν-Αρμενίας. Οι ΗΠΑ και οι στενοί σύμμαχοί τους έκαναν ό,τι μπορούσαν τα τελευταία τριάντα χρόνια για να αποσαθρώσουν την όποια αξία του ΟΗΕ και των πολυμερών μηχανισμών επίλυσης σύγκρουσεων με τις μονομερείς επεμβάσεις και την αποχώρηση από διεθνείς συμφωνίες, ιδιαίτερα στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Αλλά το σημαντικότερο πρόβλημα είναι η αποτυχία ή μάλλον η άρνηση της Ευρωπαϊκής Ενωσης να χτίσει μια σοβαρή και στιβαρή εταιρική σχέση με τη Ρωσία. Η Ρωσία αντιμετωπίστηκε αρχικά ως παρίας της διεθνούς κοινωνίας και αργότερα περίπου ως «κεντροασιατική» παραγωγός αερίου με έναν αυταρχικό ηγέτη, παραγνωρίζοντας τον ιστορικό ρόλο της χώρας αυτής στη συγκρότηση της σύγχρονης Ευρώπης. Τελικά η Ε.Ε. και οι ευρωπαϊκές κοινωνίες θα είναι αυτές που θα «πληρώσουν το μάρμαρο» για την ουκρανική κρίση και τον πόλεμο γιατί δεν είχαν δική τους θέση για το Ουκρανικό και σύρονται από τις ΗΠΑ οι οποίες δεν θίγονται καθόλου από την κρίση αυτή.

Τέταρτον, η Ρωσία δεν κατάφερε να επιβάλει τη θέση της με την απειλή χρήσης βίας και αναγκάστηκε να επιτεθεί. Κάθε πόλεμος, ακόμη και ο φαινομενικά προβλέψιμος στην έκβασή του, έχει σημαντικούς κινδύνους. Αυτό που δεν είναι σαφές είναι ο σκοπός του πολέμου. Φαίνεται ότι η ρωσική ηγεσία στοχεύει στην ολοκληρωτική καταστροφή του ουκρανικού στρατού ώστε να επιβάλει την αποστρατιωτικοποίηση της Ουκρανίας, αλλά και στην αλλαγή καθεστώτος στο Κίεβο ώστε να υπογραφεί μια συμφωνία ουδετερότητας της Ουκρανίας με μια νέα κυβέρνηση. Αλλά τι νόημα θα έχει μια τέτοια συμφωνία που θα υπογράφεται από μια ουκρανική κυβέρνηση χωρίς εσωτερική και διεθνή νομιμοποίηση;

Τέλος, ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι δυτικές κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας θα βάλουν σε σημαντικά διλήμματα χώρες όπως η Τουρκία και το Ισραήλ, οι οποίες έχουν σοβαρούς λόγους να διατηρήσουν σχέσεις συνεργασίας με τη Μόσχα αλλά δεν μπορούν να διαταράξουν σοβαρά τη συμμαχία τους με τις ΗΠΑ. Μπορεί να φέρει εγγύτερα τη Ρωσία και το Ιράν με σημαντικές συνέπειες στην ασφάλεια στη Μέση Ανατολή. Οι ανατιμήσεις των σιτηρών συχνά φέρνουν εξεγέρσεις σε χώρες όπως η Αίγυπτος και η Ιορδανία. Ο πόλεμος στέλνει μηνύματα και σε χώρες που έχουν εναποθέσει την ασφάλειά τους στην Ουάσινγκτον. Οι μοναρχίες του Κόλπου θα είναι ιδιαίτερα ανήσυχες με τον τρόπο που οι Αμερικανοί προστάτευσαν την Ουκρανία. Αυτή όμως που παρακολουθεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις εξελίξεις είναι σίγουρα η Κίνα. Αλλωστε η Ταϊβάν απέχει μόλις εκατόν εξήντα χιλιόμετρα από την κινεζική ακτογραμμή.

*Αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου