Είπαν, από αύριο έρχεται χειμώνας… Χαμογέλασε. Έκλεισε το ραδιόφωνο. Να ακουστεί σιωπή. Το απορριμματοφόρο μπήκε στο στενό με φόρα. Φορτώνει για τη χωματερή τα “θα” και αυτής της εβδομάδας, απλήρωτους λογαριασμούς και κάτι γλάστρες κακοφορμισμένες που άλλο δεν άντεξαν. Ψύχρανε ήδη ο καιρός. Φορά ζακέτα. 
Φορά και εκείνη μια ζεστή. Πλεγμένη απ’ τη γιαγιά της με του Αϊβαλιού τα χρώματα. Οι πλάτες δέχονται τη ζεστασιά και νιώθουν την αγάπη που έγινε ζακέτα. Άψυχα σου λέει μετά τα αντικείμενα.
Έχει αδειάσει ο ουρανός από τα περιττά και μόνον άστρα αεικίνητα, ψυχές με άσβηστο φως κάνουν παρέα της σελήνης.
Εκείνη με ευλάβεια ταπεινή τοποθετεί λάφυρα στο συρτάρι. Είναι κάτι βότσαλα
παιδιά της θάλασσας, ακόμα αλμυρά.
Έχουνε πάρει με τα χρόνια το σχήμα της συνύπαρξης. Η χούφτα της το νιώθει.
Τις νύχτες μουρμουράνε λέξεις βυθού, τη νανουρίζουν.
Στο όνειρό της μέσα τα αφουγκράζεται. Φυτρώνουν φύκια στα μαλλιά της και αλογάκια της θάλασσας σκαρφαλώνουνε στα πόδια της.
Κύματα παφλάζουνε στο στέρνο της.
Οι τοίχοι σπάζουν και μπαίνει μέσα στο δωμάτιο υγρή μορφή μια νύμφη του νερού. Γελούν οι δυο τους μουσικά.
Χορεύουνε του Ποσειδώνα. Το πρωί άμμος φυτρώνει στα σεντόνια και μαρτυρά το μυστικό.
Έξω από το σπίτι ο χειμώνας περιμένει νευρικός. Φαίνεται τουρτουρίζει. Χτυπά επίμονα την πόρτα. Δακρύζουν τα ματάκια του και ένα κυκλάμινο το στόμα ανοίγει και ποτίζεται.

Δώρα Μαργέλη, γέννημα θρέμμα Χαϊδαρίου, Φιλόλογος, εκπαιδεύτρια ρητορικής

Φωτογραφία: Andrey Tautou

Περισσότερα για ανάγνωση:

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΛΟΓΟΥ – ΣΚΕΨΗΣ και ΤΕΧΝΩΝ