Δολοφονία μικρής Στέλλας στην Αγία Βαρβάρα: Πώς “έσπασαν” τα ισόβια του πατέρα

Η είδηση της δολοφονίας ενός 6χρονου κοριτσιού από τον πατέρα της, στην Αγία Βαρβάρα, είχε συγκλονίσει την κοινή γνώμη. Εντύπωση προκάλεσε και η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου, που “έσπασε” την πρωτόδικη καταδίκη του πατέρα – δολοφόνου σε ισόβια. 

Ο 61χρονος συνταξιούχος αστυνομικός, στον οποίο πρωτόδικα είχε επιβληθεί ισόβια κάθειρξη, καταδικάστηκε χθες από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο σε ποινή κάθειρξης 20 ετών. Παρά το γεγονός πως ο παιδοκτόνος όχι μόνο σκότωσε με δόλο, σύμφωνα με την απόφαση, την 6χρονη κόρη του, που αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, αλλά προσπάθησε να καλύψει τα ίχνη του, σκηνοθετώντας ολόκληρη ληστεία και πετώντας το άψυχο σώμα του παιδιού σε κάδο σκουπιδιών, αφού πρώτα το τύλιξε με μια κουβέρτα.

Νομικές πηγές εξηγούν ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είχε άλλη οδό παρά μόνο να αναγνωρίσει στον καταδικασθέντα το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, όπως προβλέπουν οι νέες διατάξεις. Σύμφωνα με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του νέου Ποινικού Κώδικα, «το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα (άρθρ. 84 παρ. 2 περ. α). Δηλαδή, όποιος έχει λευκό ποινικό μητρώο θα πρέπει να λαμβάνει το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου.

Εν ολίγοις, σε περίπτωση που το δικαστήριο δεν αναγνώριζε την επίμαχη ελαφρυντική περίσταση, όπως του δίνει τη δυνατότητα ο προηγούμενος Ποινικός Κώδικας, ο 61χρονος θα προσέφευγε στον Άρειο Πάγο, ζητώντας την εφαρμογή των διατάξεων του νέου Ποινικού Κώδικα, οι οποίες είναι και επιεικέστερες. Με τη σειρά του, το ανώτατο Δικαστήριο, σύμφωνα με ποινική νομοθεσία, θα έπρεπε να κάνει δεκτό το συγκεκριμένο αίτημα, αναιρώντας την απόφαση του εφετείου και ζητώντας νέα κρίση. Έτσι, το Εφετείο κατέληξε χθες πως θα πρέπει να αποφανθεί λαμβάνοντας υπόψη το νέο Ποινικό Κώδικα και αναγνωρίζοντας το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου στον παιδοκτόνο. Αποτέλεσμα αυτού, η ποινή κάθειρξης 20 ετών και έξι μηνών για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και της περιύβρισης νεκρού.

Η εισαγγελέας της έδρας, η οποία είχε ζητήσει να απορριφθούν όλες οι ελαφρυντικές περιστάσεις, είχε επίσης προτείνει την ενοχή του 61χρονου παιδοκτόνου, διακρίνοντας πως υπήρχε πλήρης δόλος. Απέδωσε το έγκλημα «στην πίεση που είχε δεχθεί ο 61χρόνος από το γεγονός ότι η μικρή είχε πρόβλημα υγείας. Μπορεί να κουράστηκε και ο ίδιος από το γεγονός και να προέβη στη πράξη να πιάσει το παιδί από το λαιμό και να της κλείσει τη μύτη και στη συνέχεια να το μετανιώσει».

Κατά την εισαγγελική εισήγηση, δεν υπήρξε διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών και της συνείδησης του 61χρόνου κατά την τέλεση της πράξης, αντίθετα «οι ενέργειες του μετά δείχνουν μεθοδοτικότητα, οργανωμένη σκέψη και πλήρη πνευματική διαύγεια». Εξήγησε δε η εισαγγελέας ότι ο κατηγορούμενος απέρριψε το σώμα της 6χρόνης στον κάδο, προκάλεσε αναστάτωση στο σπίτι, εξαφάνισε κοσμήματα της συζύγου, άφησε την τσάντα της ανοικτή στον καναπέ, άφησε τα κλειδιά στην εξώπορτα και κάλεσε ο ίδιος την αστυνομία, κάνοντας λόγο για απαγωγή της 6χρόνης.

«Τα έχασα»

Ο συνταξιούχος αστυνομικός είχε ομολογήσει αμέσως μετά τη σύλληψή του την αποτρόπαια πράξη, καταθέτοντας με κάθε λεπτομέρεια στην αστυνομίας πώς σκηνοθέτησε την εξαφάνιση της 6χρονης Στέλλας από το σπίτι τους στην Αγία Βαρβάρα και πως εξαφάνισε τη σορό της.

Είχε πει μεταξύ άλλων στους αστυνομικούς: «Τα έχασα, τρομοκρατήθηκα και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα να κάνω ήταν να βγάλω τη Στέλλα έξω από το σπίτι. Πήγα στο αποθηκάκι και πήρα τρεις μεγάλες μαύρες σακούλες σκουπιδιών. (…) Σκέφτηκα να σκηνοθετήσω το χώρο για να φαίνεται ότι κάποιος μπήκε για να κάνει ληστεία. Άνοιξα κάποια συρτάρια και κάποιες ντουλάπες στην κρεβατοκάμαρα και αφαίρεσα από τη μπιζουτιέρα της γυναίκας μου διάφορα κοσμήματα, που όμως δεν θυμάμαι να σας πως ποια ακριβώς ήταν αυτά. Τα συρτάρια και τις ντουλάπες για να μην αφήσω τα δαχτυλικά μου αποτυπώματα, τα άνοιξα με μια φανέλα, που κρατούσα στα χέρια μου. Ξέχασα να σας πως ότι στις σακούλες σκουπιδιών που έβαλα τη Στέλλα έβαλα και μια κόκκινη κουβερτούλα που πήρα από το κρεβάτι της. Μην με ρωτάτε γιατί το έκανα, δεν ξέρω να σας απαντήσω. Πήρα λοιπόν τις σακούλες με τη Στέλλα και τα κοσμήματα και κατέβηκα στο δρόμο. Τις σακούλες με τη Στέλλα τις κρατούσα με τα δυο μου χέρια στην αγκαλιά μου και τα κοσμήματα τα έβαλα σε μια άλλη σακούλα. Κατέβηκα στο δρόμο και με τα πόδια πήγα σε έναν κάδο που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Πραξιτέλους και Αιόλου και εκεί μέσα άφησα τη Στέλλα. Σε έναν κάδο εκεί κοντά πέταξα τα κοσμήματα της γυναίκας μου».