“Δεν είναι μόνο που με κλέψανε… η μαγάρα στο σπίτι μου με καίει”

Η ξενοιασιά και η ραστώνη τού καλοκαιριού, η γεύση από ιδιαίτερη πατρίδα, ο χορός σε κάποιο πανηγύρι, το καψάλισμα σε όμορφες παραλίες, έγιναν ο εφιάλτης για μερικούς από εμάς, γείτονες και φίλους. Δυστυχώς για πολλούς Χαϊδαριώτες και περισσότερους Δασιώτες, η επιστροφή στην βάση τους, στο σπιτικό τους, ό,τι και να είναι αυτό, διαμέρισμα ή πολυκατοικία, ήτανε μία αναπάντεχη και δυσάρεστη έκπληξη, για τον απλούστατο λόγο ότι στο σπίτι τους κάποιοι άγνωστοι εμπήκανε πριν από αυτούς… σαν αυτούς. 
Γράφει ο Λεωνίδας Ανδριανός
Μεγάλος και αριθμός ρεκόρ είναι οι διαρρήξεις σε πολλά σπίτια τού Δάσους, καθώς και το… φαγοπότι ή αλλιώς η αποκόμιση πλούσιας λείας από τούς συνηθισμένους και επικίνδυνους -κάθε φορά- αρουραίους, οι οποίοι επωφελούνται από την απουσία μας για να διαρρήξουνε θρασύτατα τις πόρτες μας και να μπούνε ανεμπόδιστα και να κάνουνε αυτό πού τόσο καλά το ξέρουνε σε όσα σπίτια είχανε την ατυχία να τα… βάλουνε στο μάτι και να τα επισκεφθούνε!
Όποια οικονομία, μικρή η μεγάλη, ό,τι χρήσιμο αντικείμενο, ακόμα και οικογενειακό κειμήλιο, ό,τι τέλος πάντων θα άρεσε στους συνεργούς – κλεπταποδόχους των διαρρηκτών έκανε φτερά από το σπίτι τους, για να στολίσει παράνομα βέβαια το σπίτι κάποιου άλλου. “Δεν είναι μόνο η απώλεια αυτών των τόσο χρήσιμων αντικειμένων”, μου εξομολογήθηκε μια παθούσα συμπαθής και γνωστή μου κυρία, “όσο είναι η .. μαγάρα που μού κουβάλησαν μέσα στο σπίτι μου !!!” 
“Θλίψη, οργή, και αγανάκτηση με έπιασε -μου έλεγε- όταν είδα το σπίτι μου, έτσι που ποτέ να το φαντασθώ δεν θα μπορούσα. Ντουλάπες ανοιγμένες, ρούχα γυρισμένα ανάποδα και ατάκτως πεταμένα στο πάτωμα,συρτάρια διαλυμένα, μέχρι και τα πατάρια λεηλατημένα και κάποια αντικείμενα από εκδικητική κακοήθεια κατεστραμμένα.
“Δεν  μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου”, μού έλεγε σχεδόν κλαίγοντας. “Δεν θέλω να ξαναζήσω τέτοιον εφιάλτη. Έκανα την καρδιά μου πέτρα, είπα δόξα σοι ο θεός πού δεν ήμουνα και μέσα και σήμερα είμαι ζωντανή. Εμέτρησα τις απώλειες, ξανάβαλα τα πράγματα στην θέση τους, μέχρι και απολύμανση έκανα και τον παπά για αγιασμό εφώναξα, για να ξορκίσει το κακό και την γλωσσοφαγιά.”
“Καλά δεν έκανα;”, με ερώτησε.
“Καλά έκανες”, της απάντησα, “αλλά καλύτερα θα έκανες -και αυτό ισχύει για όλους μας- να οργανωθείς στην γειτονιά σου, για να αντιμετωπίσεις δραστικά και αποτελεσματικά τους διαρρήκτες,  οι οποίοι δεν αντιμετωπίζονται ούτε με απολύμανση ούτε με αγιασμό και ξόρκια. Να αναπτύξεις με μια απλή καλημέρα φιλικές σχέσεις με τούς γείτονές σου, με τούς από πάνω, με τούς αποκάτω, με τούς διπλανούς, τούς παρακάτω και τούς απέναντι και να γίνεται όλοι φύλακες, ο ένας για τον άλλον. Το μάτι τού ενός, να βλέπει και να φυλάει τον άλλον.
Έτσι και μόνο έτσι υπάρχει ελπίδα, αν όχι να μηδενίσουμε, τουλάχιστον να μειώσουμε την δράση των κακοποιών, που βάζουνε σε κίνδυνο την περιουσία μας, και αυτή ακόμα την ζωή μας, έως ότου κάποια ημέρα η πολιτεία και η αστυνομία καταφέρουν να μας προστατέψουν!

Στο άκουσμα του τελευταίου, κούνησε το κεφάλι της και έφυγε! Ούτε γεια σου δεν μου είπε!