Σε συνέχεια προηγούμενων άρθρων και δημοσιεύσεων μας για τους θανάτους από νεοπλασίες στη Δυτική Αττική[1] και έχοντας πλέον πρόσβαση και στα δεδομένα του 2019 (ΕΛΣΤΑΤ) ανά Περιφερειακή Ενότητα, μπορούμε να δούμε την εξέλιξη του φαινομένου καθ’ όλη την περίοδο 1999-2019 (τουλάχιστον όπως αποκαλύπτεται στατιστικά). Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι η επιδημιολογική έρευνα που είχε ξεκινήσει ο Ειδικός Διαβαθμιδικός Σύνδεσμος Νομού Αττικής (δηλ. ο φορέας διαχείρισης των στερεών αποβλήτων στην Αττική) για την περιοχή της σημερινής μεγα-χωματερής στη Φυλή (επίσημα: Ολοκληρωμένη Εγκατάσταση Διαχείρισης Αποβλήτων Δυτικής Αττικής), δεν φαίνεται να έχει μέχρι σήμερα δημοσιεύσει τα σχετικά ευρήματα (η τελευταία έκθεση για την εξέλιξη της έρευνας χρονολογείται από τις 19.3.2019!).[2] 

του Δημήτρη Μπουρίκου, Πολιτικού – Κοινωνικού Επιστήμονα – Απόφοιτου Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης

Αναλυτικότερα:

Ο απόλυτος αριθμός των θανόντων από νεοπλασίες, μόνιμων κατοίκων στην Περιφερειακή Ενότητα Δυτικής Αττικής, ανήλθε στους 393 συνανθρώπους μας το 2019. Ο αριθμός αυτός είναι ο τρίτος υψηλότερος σε ετήσια βάση για την περίοδο 1999-2019 και αποτυπώνει την αυξητική τάση στην περιοχή μας (βλ. Διάγραμμα 1).

Κάνοντας χρήση των στοιχείων για τις αιτίες θανάτων ανά τόπο μόνιμης κατοικίας των θανόντων την περίοδο 1999-2019 και συγκρίνοντας την Περιφερειακή Ενότητα Δυτικής Αττικής (Δήμοι Ασπροπύργου, Ελευσίνας, Μάνδρας- Ειδυλλίας- Ερυθρών, Μεγάρων και Φυλής) με την υπόλοιπη Περιφέρεια Αττικής, διαπιστώνεται ότι το ποσοστό των θανάτων από νεοπλασίες στην Δυτική Αττική έχει αυξηθεί κατά 24,6% έναντι 13,9% στη λοιπή Περιφέρεια Αττικής την αναφερόμενη περίοδο (βλ. Διάγραμμα 2), μια σχέση κοντά  2:1, ως προς τη δυναμική εξέλιξη του φαινομένου.[3]

Αναλυτικότερα, στην Περιφερειακή Ενότητα Δυτικής Αττικής, οι θάνατοι από νεοπλασίες το 2019 αντιπροσωπεύουν το 26,2% έναντι 21% το 1999 στο σύνολο των θανάτων στην περιοχή. Τα στοιχεία για την περίοδο 1999-2019 δείχνουν ότι υπάρχει μια σταθερή ανοδική τάση του ποσοστού θανάτων από νεοπλασίες στην Περιφερειακή Ενότητα Δυτικής Αττικής (βλ. Διάγραμμα 3 & Διάγραμμα 4), γεγονός που ναι μεν ακολουθεί τη γενική επιδημιολογική τάση αύξησης της συμμετοχής των νεοπλασιών στους θανάτους του πληθυσμού, όμως διαφοροποιείται όσον αφορά την ταχύτητα αυτής της ανόδου, όπως δείχνουν τα συγκριτικά στοιχεία με τη λοιπή Περιφέρεια Αττικής και άλλοι δείκτες που σταθμίζονται με βάση το δημογραφικό και νοσολογικό προφίλ του πληθυσμού.

Σε περιφερειακό επίπεδο και κάνοντας χρήση του δείκτη αδρής θνησιμότητας από νεοπλασίες (θάνατοι από νεοπλασίες ανά 100.000 μόνιμους κατοίκους) την περίοδο 1999-2019, διαπιστώνουμε ότι η Περιφερειακή Ενότητα Δυτικής Αττικής έχει τη 2η υψηλότερη μεταβολή στην Περιφέρεια Αττικής με 47,4% , η Π.Ε. Ανατολικής Αττικής κατέχει την υψηλότερη θέση με μεταβολή 55,4% και  ακολουθούν οι  λοιπές Π.Ε. της Αττικής (βλ. Διάγραμμα 5).

Στη σχετική βιβλιογραφία και προκειμένου να αποτυπωθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια η συγκριτική θέση μιας χωρικής ενότητας ως προς το συγκεκριμένο επιδημιολογικό φαινόμενο, χρησιμοποιείται ο προτυποποιημένος[4] δείκτης θνησιμότητας. Χρησιμοποιώντας το επιδημιολογικό προφίλ θανόντων από νεοπλασίες της χώρας μας ανά ηλικιακή ομάδα, αποτυπώσαμε με βάση τα νεότερα δεδομένα του 2019 τη σχετική θέση κάθε Περιφερειακής Ενότητας. Η Π.Ε. Δυτικής Αττικής κατέχει πια τον υψηλότερο προτυποποιημένο δείκτη θνησιμότητας από νεοπλασίες σε όλη χώρα! (βλ. Διάγραμμα 6 και Χάρτη).

Χάρτης. Ο δείκτης προτυποποιημένης θνησιμότητας από νεοπλασίες το 2019 σε επίπεδο Περιφερειακών Ενοτήτων της χώρας (Πηγή: Ίδια επεξεργασία στοιχείων ΕΛΣΤΑΤ και χαρτογραφική απεικόνιση μέσω της εφαρμογής panorama.apografis ΕΛΣΤΑΤ/ ΕΚΚΕ: Όσο πιο έντονο το χρώμα, τόσο υψηλότερος ο δείκτης)

Δεδομένου ότι τα διαθέσιμα στοιχεία θανάτων ανά αιτία παρέχονται μόνο σε επίπεδο Περιφερειακών Ενοτήτων, είναι εμφανές ότι «αποκρύπτουν» ακόμα μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις σε επιμέρους χωρικά επίπεδα, όπως αυτά των Δήμων, των Κοινοτήτων και  πολεοδομικών συνοικιών. Η γειτνίαση συγκεκριμένων πολεοδομικών ενοτήτων και γειτονιών με συγκεντρώσεις οχλουσών και επικίνδυνων χρήσεων (χωματερές, διυλιστήρια, λατομεία, οικοδομικά υλικά, επιβαρυμένους συγκοινωνιακούς κόμβους) σε συνδυασμό με την από το 2010 επιστημονική διαπίστωση περί οικολογικού αποτυπώματος της υφιστάμενης βιομηχανικής δραστηριότητας (Θριάσιο) κατά 78 φορές μεγαλύτερου από την έκταση του Θριάσιου Πεδίου[5], αναδεικνύουν ως άμεση αναγκαιότητα την υγειονομική παρακολούθηση και επιτήρηση της περιοχής. Αξιοσημείωτο, είναι, επίσης το γεγονός ότι δεν έχει δημοσιευτεί η μελέτη των ρυπασμένων χώρων στην Αττική, παρά τις αναφορές περί ανάγκης περαιτέρω διερεύνησης για την οικο-τοξικότητά τους.[6]

Τα στοιχεία για τη θνησιμότητα από νεοπλασίες προσφέρουν χρήσιμες ενδείξεις  για την εκτίμηση της σχετικής θέσης της Δυτικής Αττικής δεδομένου ότι δεν υπάρχει επίσημη πηγή καταγραφής στοιχείων για τα διαγνωσμένα περιστατικά νεοπλασιών. Η Ελλάδα δεν συμμετέχει ακόμα με κέντρα αναφοράς στο παγκόσμιο δίκτυο του ΟΗΕ[7] για την  καταγραφή και παρακολούθηση των νεοπλασιών με αποτέλεσμα να έχει στερηθεί ενός εξαιρετικά σημαντικού εργαλείου και για τη χωρική παρακολούθηση και αντιμετώπιση του φαινομένου.  Η έλλειψη αυτή αποτελεί εμπόδιο στη χωρική παρακολούθηση της επιδημιολογίας των νεοπλασιών, πόσο μάλλον όταν στη Δυτική Αττική ολοκληρώνονται  διαδικασίες περιβαλλοντικής αδειοδότησης των έργων στον ομώνυμο ΟΕΔΑ (δηλαδή στη Φυλή) χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα αναγκαία υγειονομικά δεδομένα.[8]

Δεδομένης της ιδιαιτερότητας της Δυτικής Αττικής (οικολογικό αποτύπωμα, συγκέντρωση οχλουσών χρήσεων, νεανικό δημογραφικό προφίλ), επείγει η συγκρότηση ενός τοπικού κέντρου αναφοράς για τον καρκίνο και τη στήριξη των κατοίκων καθώς και η ανάληψη συντονισμένης δημόσιας δράσης για την περιβαλλοντικά και υγειονομικά κατάλληλη διαχείριση των ρυπασμένων χώρων. Επιπρόσθετα, τα πρόσφατα δημοσιευμένα στοιχεία για τους θανάτους λόγω covid19 στους Δήμους όλης της χώρας[9], δείχνουν ότι η Δυτική Αττική βρίσκεται σε μια κατάσταση πολλαπλής υγειονομικής κρίσης, άμεσα συνυφασμένης με την ιδιαίτερα επιβαρυμένη περιβαλλοντικής ταυτότητα και τις τραγικές κοινωνικο-οικονομικές ανισότητες και συνθήκες διαβίωσης.