Θα υπήρχε ποτέ περίπτωση να δουν σαν οικόπεδο η Πολωνία το Άουσβιτς και η Γερμανία το Νταχάου;

Μενέλαος Χρόνης
5 Λεπτά Ανάγνωσης

Ο Giannis Igglesis ζητάει “το ιστορικό Blok 15 και το Στρατόπεδο στη Μαρτυρική Πόλη του Χαϊδαρίου να χαρακτηριστούν στο σύνολο της έκτασής τους ” ΤΟΠΟΣ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗΣ “. Άρα ούτε ένα μέτρο νέας δόμησης , ούτε ένα κυβικό μέτρο μπετόν… Μόνο σεβασμός στην μνήμη… Γιατί το Χαϊδάρι είναι ό,τι το Νταχάου στη Γερμανία”.

Σημείωση εφημερίδας: Σήμερα ο χώρος του πρώην στρατοπέδου συγκέντρωσης στο Νταχάου λειτουργεί ως Μνημείο Ιστορικής Μνήμης, Μουσείο, Κέντρο Εκπαίδευσης και τουριστικός προορισμός. Το το πρώην ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης και εξόντωσης Άουσβιτς-Μπίρκεναου λειτουργεί ως Μουσείο, Τόπος Μνήμης και Εκπαίδευσης και Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Στο Στρατόπεδο Χαϊδαρίου το ελληνικό κράτος χτίζει σπίτια, σούπερ μάρκετ, πωλητήρια ρούχων, βενζινάδικα και ποιος ξέρει τι άλλο επιφυλάσσει το μέλλον, αφού παραδίδεται στο real estate αντί στη Μνήμη και τον Πολιτισμό. Διάβασε και αυτό: Άουσβιτς – Μπλοκ 15: Η Αθήνα μόνη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα που στερείται Μουσείου Εθνικής Αντίστασης – Ποια; Η Αθήνα!

Ο Χαϊδαριώτης ιστορικός ερευνητής και συλλέκτης Γιάννης Ιγγλέσης αναδημοσιεύει πρόσφατο άρθρο του ιστορικού Menelaos Charalampidis για το Στρατόπεδο Χαϊδαρίου:

Η μνήμη ως Αντίσταση

Θα υπήρχε ποτέ περίπτωση να δουν σαν οικόπεδο η Πολωνία το Άουσβιτς και η Γερμανία το Νταχάου; 3
Στην πρώτη φωτογραφία το κτίριο του εφιαλτικού Μπλοκ 15 αμέσως μετά την απελευθέρωση, άγνωστος φωτογράφος. Στη δεύτερη ο Πάουλ Ραντόμσκι των Ες-Ες, ο πιο σκληρός από τους τρεις διοικητές του στρατοπέδου συγκέντρωσης Χαϊδαρίου, άγνωστος φωτογράφος.

«Στις εννιά η ώρα βλέπουμε τρία αυτοκίνητα με τις σημαδιακές κουκούλες, τις μαύρες, και μια κούρσα. Το ένα αυτοκίνητο είχε Γερμανούς στρατιώτες με όπλα. Με μιάς καταλάβαμε το τι θα γίνη.

– Εκτελέσεις θάχουμε, είπε κάποιος.

– Έτσι φαίνεται, είπε ένας άλλος. Γιατί έξω από τη μεγάλη πόρτα περιμένει η νεκροφόρα του Δήμου.

Τα μάτια μας είναι καρφωμένα στο 15 [το κτίριο της απομόνωσης όπου πήγαιναν όσους θα εκτελούσαν την επόμενη μέρα] και καμία κίνηση δεν μας ξεφεύγει. Σε λίγη ώρα βλέπουμε να βγαίνουν από την απομόνωση ένας – ένας οι 37 Κοκκινιώτες κι’ ύστερα οι δέκα τρεις και τρέχοντας σαν να έπαιζαν παιχνίδια, ανεβαίνουν στα αυτοκίνητα, ξυπόλητοι και γυμνοί από τη μέση και πάνω. Τους μετρήσαμε και τους είδαμε πολύ καλά πως ήταν πενήντα νοματαίοι σωστοί. Αμέσως ξεκίνησε η κούρσα και ξωπίσω τα μαυροκούκουλα αυτοκίνητα, κάνοντας δεξιά από τη μεγάλη πόρτα, απάνω στον καρρόδρομο που βγαίνει στα νταμάρια. Στις δέκα παρά τέταρτο τους είδαμε από το επάνω πάτωμα του Μπλοκ 4 [κτίριο του στρατοπέδου Χαϊδαρίου] να σταματούν στο πρώτο νταμάρι αριστερά από τ’ ασβεστοκάμινο. Τους κατέβασαν μέσα στο λάκκωμα και σε δέκα λεπτά ακούσαμε μια πιστολιά και πίσω μπαταριά ντουφεκιές. Δέκα φορές έγινε το ίδιο πράμα, ώσπου τους σκότωσαν όλους, από πέντε νοματαίους την κάθε φορά. Κατά τις δέκα και μισή η ώρα έφυγαν τ’ αυτοκίνητα προς την Αθήνα και λίγο αργότερα η νεκροφόρα του Δήμου φορτωμένη βαρειά έκοψε δεξιά από το εκκλησάκι του Χαϊδαρίου».

Με αυτόν τον τρόπο περιγράφει ο Δημήτρης Παυλάκης στο βιβλίο του «Από το Χαϊδάρι στην κόλαση του Μπέλσεν» (έκδοση 1965) όσα συνέβησαν στις 9 Μαρτίου 1944, σε μία από τις λιγότερο γνωστές ομαδικές εκτελέσεις στην Αττική, στα χρόνια της Κατοχής. Πρόκειται για την εκτέλεση 50 συγκρατουμένων του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής, σε παρακείμενο λατομείο. Από αυτούς, οι 37 ήταν κάτοικοι Κοκκινιάς. Είχαν συλληφθεί από άνδρες της Ελληνικής Χωροφυλακής μία ημέρα νωρίτερα, κατά το πρώτο μπλόκο της Κοκκινιάς. Οι υπόλοιποι ήταν παλαιότεροι κρατούμενοι του Χαϊδαρίου.

Τα εγκλήματα των Γερμανών ήταν πρωτόγνωρα. Οι Γερμανοί κατέστρεψαν τη χώρα. Στο ζοφερό τους έργο είχαν συμπαραστάτες τους Έλληνες συνεργάτες τους. Ο πλέον ασφαλής τρόπος για να απαλλαγεί το γερμανικό κράτος από την ευθύνη αυτών των εγκλημάτων, καθώς και οι Έλληνες συνεργάτες του από το στίγμα του δωσίλογου, είναι όλα αυτά να ξεχαστούν.

Έχουμε ηθική και πολιτική υποχρέωση απέναντι σε όσους αγωνίστηκαν κατά του ναζισμού και του φασισμού να διατηρήσουμε τη μνήμη τους. Η διατήρηση της μνήμης σημαίνει να γνωρίσουμε τις ζωές και τον αγώνα αυτών των ανθρώπων. Αν και έχουν περάσει 80 ολόκληρα χρόνια από το τέλος της Κατοχής, όχι μόνο δεν έχουμε μάθει τις ζωές και τον αγώνα τους, αλλά, σε πολλές περιπτώσεις, δεν έχουν καν καταγραφεί τα ονόματά τους. Αυτό είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών· της θεσμικής σιωπής με την οποία οι ελληνικές κυβερνήσεις κάλυψαν τα γεγονότα της Κατοχής. Η ευθύνη του ελληνικού κράτους είναι τεράστια.

Μοιραστείτε το άρθρο:
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *