Ιωάννης Παναγιωτούλιας
Από το 2017 έως σήμερα η Αττική δεν έχασε απλώς δέντρα, αλλά ένα τεράστιο κομμάτι από τη φυσική της άμυνα απέναντι στην κλιματική κρίση, τη ρύπανση, τις πλημμύρες, τη διάβρωση του εδάφους και την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που βασίζονται σε Copernicus, EFFIS και meteo.gr, την περίοδο 2017–2025 κάηκαν στην Αττική περίπου 465.000 δασικά στρέμματα, δηλαδή περίπου το 38% της δασικής επιφάνειας της Αττικής. Μόνο στα Δερβενοχώρια, η μελέτη του WWF με βάση το Copernicus και τους δασικούς χάρτες, καταγράφει 108.290 στρέμματα καμένων δασών και δασικών εκτάσεων, μέσα σε συνολική καμένη έκταση περίπου 116.000 στρεμμάτων. Αυτό σημαίνει ότι στα Δερβενοχώρια περίπου το 93% της καταστροφής ήταν δασική ή δασικού χαρακτήρα έκταση.
Η απώλεια αυτή όμως δεν σταματά τη μέρα που σβήνει η φωτιά. Κάθε χρόνο που το δάσος λείπει η Αττική χάνει φυσικές λειτουργίες που μέχρι τότε γίνονταν αθόρυβα, δωρεάν και συνεχώς. Από τα 465.000 καμένα δασικά στρέμματα της Αττικής υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο δεν δεσμεύονται πλέον περίπου 130.000 τόνοι CO₂. Δηλαδή χάνεται μια μεγάλη φυσική ικανότητα απορρόφησης διοξειδίου του άνθρακα, σε μια εποχή που η κλιματική κρίση κάνει αυτή τη λειτουργία πιο αναγκαία από ποτέ.
Παράλληλα από την ίδια καμένη δασική έκταση δεν παράγονται πλέον περίπου 95.000 τόνοι οξυγόνου τον χρόνο μέσω της φωτοσύνθεσης. Το δάσος δεν είναι μόνο τοπίο ή αναψυχή. Είναι ένας ζωντανός μηχανισμός που μετατρέπει το CO₂ σε οξυγόνο, δροσίζει την ατμόσφαιρα, συγκρατεί την υγρασία και δημιουργεί πιο υγιείς συνθήκες ζωής για τις γύρω περιοχές.
Η απώλεια φαίνεται και στην ποιότητα του αέρα. Τα καμένα δάση της Αττικής δεν μπορούν πλέον να λειτουργούν ως φυσικό φίλτρο για την ατμοσφαιρική ρύπανση. Από τα 465.000 καμένα δασικά στρέμματα, εκτιμάται ότι κάθε χρόνο δεν συγκρατούνται περίπου 591 έως 2.050 τόνοι αιωρούμενων σωματιδίων PM10. Αυτά τα σωματίδια είναι από τους πιο επιβαρυντικούς ρύπους για την υγεία, γιατί εισχωρούν στο αναπνευστικό σύστημα και συνδέονται με αναπνευστικά, καρδιαγγειακά και άλλα σοβαρά προβλήματα.
Επιπλέον η χαμένη δασική βλάστηση δεν απορροφά πλέον περίπου 35 έως 385 τόνους SO₂ τον χρόνο. Το διοξείδιο του θείου και άλλοι ατμοσφαιρικοί ρύποι επιβαρύνουν την αναπνοή, συμβάλλουν στην υποβάθμιση της ποιότητας του αέρα και συνδέονται με φαινόμενα όπως η όξινη βροχή. Άρα όταν χάνεται ένα δάσος δεν χάνεται μόνο πράσινο, αλλά και ένα φυσικό σύστημα καθαρισμού της ατμόσφαιρας.
Αν δούμε τη ζημιά αθροιστικά από το 2017 έως σήμερα η εικόνα γίνεται ακόμη πιο βαριά. Επειδή οι φωτιές έγιναν σταδιακά μέσα στην περίοδο 2017–2025, η συνολική συσσωρευμένη απώλεια για την Αττική υπολογίζεται ως τάξη μεγέθους σε περίπου 590.000 τόνους CO₂ που δεν δεσμεύτηκαν, περίπου 430.000 τόνους οξυγόνου που δεν παρήχθησαν, περίπου 2.650 έως 9.245 τόνους PM10 που δεν συγκρατήθηκαν και περίπου 165 έως 1.730 τόνους SO₂ που δεν απορροφήθηκαν. Αυτά είναι τα αόρατα μεγέθη της καταστροφής. Δεν φαίνονται όπως οι καμένοι κορμοί, αλλά τα πληρώνουμε κάθε χρόνο με χειρότερο αέρα, περισσότερη ζέστη, μεγαλύτερο κίνδυνο πλημμυρών και χαμηλότερη ποιότητα ζωής.
Ακόμη πιο συγκεκριμένα για τα 108.290 καμένα δασικά στρέμματα των Δερβενοχωρίων, η ετήσια απώλεια είναι τεράστια. Κάθε χρόνο δεν δεσμεύονται πλέον περίπου 30.500 τόνοι CO₂, δεν παράγονται περίπου 22.200 τόνοι οξυγόνου, δεν συγκρατούνται περίπου 140 έως 480 τόνοι PM10 και δεν απορροφώνται περίπου 10 έως 90 τόνοι SO₂. Μόνο αυτή η περιοχή δηλαδή έχασε ένα φυσικό φίλτρο και έναν φυσικό ρυθμιστή του κλίματος που εξυπηρετούσε ολόκληρο τον δυτικό και βορειοδυτικό άξονα της Αττικής (Μάνδρα, Οινόη, Ελευσίνα, Μαγούλα, Μέγαρα και τις γύρω περιοχές).
Από τη φωτιά των Δερβενοχωρίων το καλοκαίρι του 2023 μέχρι σήμερα, η συσσωρευμένη απώλεια μόνο για αυτή την περιοχή φτάνει περίπου τους 90.000 τόνους CO₂ που δεν δεσμεύτηκαν, περίπου 65.000 τόνους οξυγόνου που δεν παρήχθησαν, περίπου 410 έως 1.420 τόνους PM10 που δεν συγκρατήθηκαν και περίπου 25 έως 265 τόνους SO₂ που δεν απορροφήθηκαν. Δηλαδή, μέσα σε λίγα χρόνια η περιοχή έχασε λειτουργίες που ένα ώριμο δάσος παρείχε επί δεκαετίες.
Η οικονομική διάσταση είναι επίσης τεράστια καθώς τα δάση δεν έχουν αξία μόνο ως ξυλεία ή ως γη. Έχουν αξία επειδή συγκρατούν νερό, προστατεύουν από πλημμύρες, μειώνουν τη θερμοκρασία, καθαρίζουν τον αέρα, προστατεύουν το έδαφος, στηρίζουν τη βιοποικιλότητα, προσφέρουν αναψυχή, βελτιώνουν την υγεία και αυξάνουν την ανθεκτικότητα των τοπικών κοινωνιών. Με βάση διεθνείς εκτιμήσεις για την αξία των δασικών οικοσυστημικών υπηρεσιών τα 465.000 καμένα δασικά στρέμματα της Αττικής αντιστοιχούν σε απώλεια περίπου 115 εκατομμυρίων ευρώ τον χρόνο. Αθροιστικά από το 2017 έως σήμερα, η χαμένη αξία αυτών των υπηρεσιών προσεγγίζει τα 520 εκατομμύρια ευρώ.
Για τα 108.290 στρέμματα των Δερβενοχωρίων, η ετήσια απώλεια οικοσυστημικών υπηρεσιών εκτιμάται περίπου στα 27 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο. Από το 2023 μέχρι σήμερα, αυτό σημαίνει περίπου 80 εκατομμύρια ευρώ χαμένων φυσικών υπηρεσιών. Αν προστεθεί και το πιθανό κόστος αποκατάστασης ή αναδάσωσης, τότε μόνο τα Δερβενοχώρια αντιστοιχούν σε μια τάξη μεγέθους περίπου 97 εκατομμυρίων ευρώ. Για το σύνολο των 465.000 καμένων δασικών στρεμμάτων της Αττικής, το αντίστοιχο κόστος αποκατάστασης μπορεί να προσεγγίζει τα 420 εκατομμύρια ευρώ.
Με απλά λόγια η Αττική έχει ήδη χάσει σχεδόν ένα δισεκατομμύριο ευρώ (0,4 % του ΑΕΠ της χώρας) αν συνυπολογίσουμε τις χαμένες οικοσυστημικές υπηρεσίες μέχρι σήμερα και την τάξη μεγέθους της αποκατάστασης. Και αυτός ο υπολογισμός παραμένει συντηρητικός, γιατί δεν περιλαμβάνει πλήρως τις επιπτώσεις στην υγεία, τις πλημμύρες, την απώλεια παραγωγικότητας, την υποβάθμιση της αξίας γης, την απώλεια βιοποικιλότητας και το ψυχικό και κοινωνικό κόστος για τις τοπικές κοινωνίες.
Αν επιχειρούσαμε υποθετικά να αντικαταστήσουμε τεχνητά με μηχανήματα τις λειτουργίες των ώριμων δέντρων που χάθηκαν, δηλαδή τη δέσμευση CO₂, την παραγωγή οξυγόνου, το φιλτράρισμα της ατμόσφαιρας, τη σκίαση, τον δροσισμό, τη συγκράτηση νερού, την προστασία του εδάφους, την αντιπλημμυρική λειτουργία, τη στήριξη της βιοποικιλότητας και την αναψυχή και ψυχική υγεία, τότε η οικονομική διάσταση της απώλειας γίνεται σχεδόν ασύλληπτη. Για τα 465.000 καμένα δασικά στρέμματα της Αττικής θα μιλούσαμε για εκατομμύρια «φυσικά μηχανήματα» που χάθηκαν, που η τεχνητή αντικατάστασή τους θα απαιτούσε υποθετικά περίπου 900 δισεκατομμύρια ευρώ. Για τα 108.290 καμένα δασικά στρέμματα και δασικές εκτάσεις των Δερβενοχωρίων, το υποθετικό κόστος αντικατάστασης θα ήταν περίπου 200 δισεκατομμύρια ευρώ. Δηλαδή μόνο η απώλεια των δασικών εκτάσεων της Αττικής (με τα Δερβενοχώρια) σε υποθετική αξία τεχνητής αντικατάστασης αγγίζει το 1 τρισεκατομμύριο ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου σε τέσσερις φορές το ετήσιο ΑΕΠ της χώρας.
Το συμπέρασμα είναι πλέον ξεκάθαρο. Δεν χάσαμε μόνο δέντρα, αλλά χάσαμε φυσικό κλιματισμό, φίλτρο αέρα, αντιπλημμυρική προστασία, έδαφος, νερό, βιοποικιλότητα, δημόσια υγεία και πραγματικό οικονομικό πλούτο. Αυτή δεν είναι μια απλή περιβαλλοντική απώλεια, αλλά μια οικολογική, κοινωνική και οικονομική καταστροφή που συνεχίζει να παράγει συνέπειες κάθε χρόνο που το δάσος λείπει.