Την «απίστευτη συμπεριφορά» του κορωνοϊού SARS-CoV-2 σε ορισμένους ασθενείς σχολίασε στην απογευματινή ενημέρωση ο εκπρόσωπος του υπουργείου Υγείας Σωτήρης Τσιόδρας.   

Ερωτηθείς για τα πολύ σοβαρά περιστατικά, και το κατά πόσο η αντιική αγωγή που λαμβάνουν αυτοί οι ασθενείς έχει αποτελέσματα, ο κ. Τσιόδρας απάντησε: «Νομίζω είναι νωρίς ακόμα για να πούμε περισσότερα για αυτό. Υπάρχουν περιστατικά τα οποία είναι κατά τεκμήριο ελαφρά, υπάρχουν και μερικές πνευμονίες. Αυτός ο ιός έχει μία απίστευτη συμπεριφορά για κάποιους συνανθρώπους μας μετά την 5η με 7η ημέρα, ξαφνικά κάνουν μία καταιγίδα κυτταροκινών, ένα υπερφλεγμονώδες σύνδρομο για το οποίο συζητήσαμε σήμερα στην Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων και μάλιστα υπήρξε και μία πρόταση από το Πανεπιστήμιο Αθηνών για μία ειδική παρέμβαση, η οποία θα είναι ίσως και πρωτοπόρα στον κόσμο».  

Μικρό ποσοστό  

Ωστόσο ο κ. Τσιόδρας τόνισε πως μόνο το 5% είναι «κριτικά άρρωστο» και νοσηλεύεται σε ΜΕΘ, ενώ το 80% εκδηλώνει την ελαφρά μορφή της νόσου και το 10% την «μέτρια προς σοβαρή» μορφή. Οι πέντε ασθενείς που κατέληξαν ήταν άνδρες, όπως είναι και όλοι οι διασωληνωμένοι. «Βεβαίως έχουμε δει καταστάσεις που είναι σοβαρές και βελτιώνονται και προσπαθούμε να κρατάμε τους ασθενείς όσο το δυνατόν σε καθημερινή αυστηρή επιτήρηση, ιδιαίτερα αυτούς που έχουν μία κατάσταση η οποία σταδιακά επιδεινώνεται». 

Όπως πρόσθεσε ο κ. Τσιόδρας, από τα 387 κρούσματα στην Ελλάδα, 60 κρούσματα είναι απροσδιόριστης πηγής, εβδομήντα ασθενείς νοσηλεύονται και 11 από αυτούς είναι διασωληνωμένοι σε νοσοκομεία της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και των Πατρών. Σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ, οι ηλικίες είναι οι εξής: από 0 έως 17 ετών είναι 11 κρούσματα, 18-39 ετών είναι 59 κρούσματα, 40-64 ετών είναι 132 κρούσματα και 64 ετών ή μεγαλύτεροι είναι 185 ασθενείς.  

Μαθηματικά μοντέλα που δημοσιεύτηκαν εχθές από το Imperial College στο Λονδίνο και αφορούσαν την επιδημία του Γουχάν της επαρχίας Χουμπέι, έδειξαν ότι μόλις 15% των αληθινών περιστατικών καταγράφονταν στην επιδημία. Νομίζω ότι είναι ακόμα λιγότερο και έχουμε δικά μας ερευνητικά δεδομένα που δείχνουν αυτό. 

Οι ομάδες υψηλού αυξημένου κινδύνου

Χθες, ειδική επιτροπή από την Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων – Λοιμωξιολόγων του Υπουργείου Υγείας, καθόρισε τα άτομα που ανήκουν στις ομάδες αυξημένου κινδύνου, για τις οποίες πρέπει να ληφθούν κάποια ιδιαίτερα μέτρα στο χώρο του Δημοσίου. Σε αυτές τις ομάδες ανήκουν άτομα με σοβαρή ανοσοκαταστολή, άτομα με σοβαρή καρδιοπάθεια, σοβαρή πνευμονοπάθεια, αρρύθμιστο σακχαρώδη διαβήτη, κακοήθεια υπό ενεργό χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία ή άλλη ανοσοθεραπεία, όπως και μεταμοσχευμένους υπό ενεργό ανοσοκαταστολή.   

Από όσους μολύνονται με τον ιό, οι περισσότεροι εκδηλώνουν συμπτώματα στις 7 πρώτες ημέρες. «Θα σας πω εδώ κάτι που ίσως ακούγεται σκληρό, αλλά πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τον ιό αυτό και να τον χειριζόμαστε με τα ύψιστα μέτρα προστασίας», είπε χαρακτηριστικά ο εκπρόσωπος του υπουργείου Υγείας. 

Η γενική εμπειρία σε διεθνές επίπεδο, καταδεικνύει ότι το 13% των ασθενών είναι παιδιά που προσβάλλονται. Υπάρχουν όμως και μερικές δημοσιεύσεις που ανεβάζουν λίγο αυτό το ποσοστό, με την υπόθεση ότι κάποια παιδιά έχουν πολύ ελαφρά συμπτωματολογία. Το 70% των ασθενών είναι ηλικίας μεταξύ 30 και 69. «Φυσικά και έχουμε νόσο σε πιο νέους ανθρώπους και φυσικά αυτοί οι άνθρωποι πάνε καλύτερα».  

Πότε πρέπει να «ανησυχήσουμε» 

Η καθηγήτρια Πνευμονολογίας – Εντατικής Θεραπείας του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Εντατικής Θεραπείας και μέλος της Επιτροπής Επιστημόνων του υπουργείου Υγείας για τον κορωνοϊό, Αναστασία Κοτανίδου, έδωσε το πρωί επιπλέον διευκρινίσεις.   

«Αυτή τη στιγμή η επιδημία δεν είναι σε πολύ μεγάλη έξαρση χάρη στα μέτρα, υπάρχει όμως μεγάλος πανικός από όλους όσοι ζητούν να κάνουν το τεστ. Αυτό προσπαθούμε να το σταματήσουμε για να έχουμε τεστ για αυτούς που το χρειάζονται», δήλωσε μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό «Θέμα».   

Όπως εξήγησε, υπάρχουν πάρα πολλά κρούσματα που είναι ήπια με πυρετό για αρκετές ημέρες. «Δεν θα πρέπει να ανησυχεί κάποιος για αυτό. Θα πρέπει να ανησυχεί όταν έχει δύσπνοια, ταχύπνοια και νιώθει ότι δεν του φτάνει ο αέρας. Τα συμπτώματα δύσπνοιας και χαμηλού οξυγόνου είναι τα ανησυχητικά».  

«Ανάλογα με τη βαρύτητα δοκιμάζουμε διάφορα αντιϊικά φάρμακα που έχουν δοκιμαστεί σε Κίνα, ΗΠΑ και χώρες της Ευρώπης. Είμαστε προετοιμασμένοι και μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τα κρούσματα που χρειάζονται φαρμακετυική αγωγή».  

Ερωτηθείσα για το κατά πόσο ένας ασθενής που έχει αναρρώσει, μπορεί να νοσήσει εκ νέου, η καθηγήτρια απάντησε ότι προς το παρόν δεν υπάρχει σαφής απάντηση. «Η γνώμη των περισσότερων είναι ότι δεν μπορεί να νοσήσει ξανά. Υπάρχουν όμως και αναφορές αμφιλεγόμενες. Κατά 99,9% δεν ξανακολλάει καθώς αναπτύσσονται αντισώματα όταν κάποιος έχει νοσήσει». Κλείνοντας εκτίμησε πως η κορύφωση της έξαρσης στην Ελλάδα θα έρθει λίγο πριν το Πάσχα.