Η κατανάλωση ενέργειας κατά κεφαλήν είναι ευθέως ανάλογη τόσο με τον πλούτο που δημιουργείται όσο και με την ποιότητα ζωής στην κοινωνία αυτήν.

Του Άγη Βερούτη / capital.gr

Τα τελευταία χρόνια έχουμε δαιμονοποιήσει την ποσότητα ενέργειας που καταναλώνει ένα άτομο, προσπαθώντας να αντιπαρέλθουμε τον κίνδυνο καταστροφής του παγκόσμιου οικοσυστήματος και οικονομίας από την κλιματική αλλαγή. Μια σειρά από Συνθήκες έχουν συμφωνηθεί και υπογραφεί από σχεδόν το σύνολο των χωρών της υφηλίου, με εξαίρεση εκείνες που δημιουργούν τη μεγαλύτερη ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα το οποίο πιθανότατα δημιουργεί την αύξηση της θερμοκρασίας και ευθύνεται για την κλιματική αλλαγή.

Ως πριν ελάχιστα χρόνια οι ήπιες μορφές παραγωγής ενέργειας δεν ήταν οικονομικά ανταγωνιστικές με τις κλασικές μορφές παραγωγής από γαιάνθρακες. Για τον λόγο αυτό και προκειμένου να υποστηρίξουν τη μετάβαση σε οικονομία μηδενικής επιβάρυνσης σε άνθρακα, πολλές χώρες, ανάμεσα σε αυτές και η Ελλάδα, έβαλαν επιδοτήσεις σε παραγωγή ηλεκτρισμού από αιολικά και φωτοβολταϊκά, είτε ως συνεισφορά στο κόστος δημιουργίας τους, είτε ως εγγυημένες υψηλές τιμές για μια εικοσαετία (!) είτε ως και τα δυο.

Το κόστος δημιουργίας πάρκων από ανανεώσιμες πηγές έπεσε σημαντικά στα τελευταία χρόνια, αποτέλεσμα της πτώσης των τιμών λόγω τεχνολογικής εξέλιξης και οικονομίας μεγεθών παραγωγής, σε σημείο που αυτές να ανταγωνίζονται ευθέως την παραγωγή ηλεκτρισμού από γαιάνθρακες (λιγνίτη, πετρέλαιο, φυσικό αέριο). Με έναυσμα την τελευταία ενεργειακή κρίση που εκτόξευσε τις τιμές του φυσικού αερίου και του πετρελαίου είναι πλέον κατά πολύ συμφερότερες.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα που έχει τη δυνατότητα να παράγει το σύνολο των αναγκών της σε ηλεκτρική ενέργεια από τον ήλιο και τον άνεμο, με ηλιοφάνεια τις περισσότερες ημέρες του χρόνου και αέρηδες σε ορισμένα σημεία όλο το χρόνο. Θα αρκούσε μια έκταση ενός τετραγώνου με πλευρά 12 χλμ σε φωτοβολταϊκά για να καλύψει τις ανάγκες όλης της χώρας! 

Ήδη κοντά στο 15% των αναγκών της χώρας παράγονται από φωτοβολταϊκά, ενώ περίπου άλλα τόσα είναι αιολικά και άλλο 5%-6% είναι από υδροηλεκτρικά. Σύνολο περίπου 35%.

Το σήμερα πανάκριβο φυσικό αέριο χρησιμοποιείται για παραγωγή ηλεκτρισμού περίπου στο άλλο 35% των αναγκών της χώρας και το υπόλοιπο παράγεται προσωρινά από τις λιγνιτικές μονάδες, όσο τα δικαιώματα εκπομπών άνθρακα είναι μειωμένα στα €55/τόνο από τα €90 που ήσαν πριν την ενεργειακή κρίση.

Οι πιθανότητες να επιστρέψουν οι τιμές αερίου και πετρελαίου σε προ κρίσης επίπεδα, ειδικά μετά την εκπεφρασμένη προσπάθεια απεξάρτησης των χωρών της ΕΕ από ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο, πλησιάζουν ασυμπτωτικά το μηδέν, σύμφωνα με την άποψη γνωστού μου διδάκτορα μηχανικού που εργάζεται στον χώρο της παραγωγής ενέργειας εδώ και 35 χρόνια.

Η συνέχιση της χρήσης φυσικού αερίου για παραγωγή ηλεκτρισμού θα καταστήσει το κόστος των λογαριασμών ηλεκτρικού απαγορευτικό για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις και θα οδηγήσει πρώτα σε αδυναμία πληρωμών, δεύτερον σε ταμειακή δυσχέρεια των παρόχων και την χρεοκοπία κάποιων εξ αυτών, και τελικά στην μεταφορά της κρίσης στους παραγωγούς ηλεκτρικού, αν δεν βρεθεί λύση απεξάρτησης από το φυσικό αέριο και μεσοπρόθεσμα από τους λιγνίτες.

Όμως, σε αντίθεση με τις προθέσεις του Πρωθυπουργού να εκτοξεύσει τη χώρα σε ενεργειακά βιώσιμη τροχιά, οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί συνεχίζουν να συμπεριφέρονται σαν να μην έχει αλλάξει τίποτε, εμποδίζοντας την μετάβαση της χώρας σε “σχεδόν” μηδενικές εκπομπές άνθρακα το ταχύτερο δυνατόν.

Ενώ θα έπρεπε να γίνεται χαμός με την δημιουργία νέων φωτοβολταϊκών πάρκων με μπαταρίες αποθήκευσης και αιολικών, εδώ και πάνω από μισό χρόνο, λιμνάζουν αιτήσεις για τετραπλασιασμό της παραγωγής από φωτοβολταϊκά καθώς οι τιμές που δεσμεύεται για 20 χρόνια να αγοράζει το δίκτυο από τους παραγωγούς είναι πλέον και παραμένουν στα €63/μεγαβατώρα παρά την εκτόξευση του φυσικού αερίου και του πετρελαίου, ενώ η λύση των net-metering είναι στημένη ώστε μονα-ζυγά να είναι χαμένος ο καταναλωτής που θα την ακολουθήσει.

Δεν νοείται σε μια χώρα με τις δυνατότητες της δικής μας για παραγωγή ήπιας ενέργειας η τιμή να δεσμεύεται στα 6,3 ευρωλεπτά ανά κιλοβατώρα, όταν αγοράζουμε από το εξωτερικό ως 40 ή και 50 ευρωλεπτά σε κάποιες περιπτώσεις.

Δεν νοείται η δέσμευση να είναι για 20 χρόνια, όταν με το σημερινό κόστος εγκατάστασης μπορεί ένα φωτοβολταϊκό πάρκο αρκετών μεγαβάτ να αποσβεστεί σε 3-4 χρόνια, αρκεί να πουλάει 10-12 ευρωλεπτά. Ας είναι για 5 χρόνια στα 10 ευρωλεπτά, και ας πουλάει μετά καθένας είτε στην ελεύθερη αγορά είτε μέσω ενεργειακών κοινοτήτων.

Δεν νοείται να μην υπάρχει μια υγιής αγορά, όπου θα δίνεται ίση προσοχή στην βιωσιμότητα των παραγωγών όση και στην βιωσιμότητα των παρόχων!

Με τις υπάρχουσες αιτήσεις φωτοβολταϊκών πάρκων, θα μπορούσε η χώρα σε 2 χρόνια να μηδενίσει την εξάρτησή μας από το φυσικό αέριο. 

Με την αναμόρφωση του net-metering ώστε να μην πληρώνει ο καταναλωτής τις ΥΚΩ και το κόστος δικτύου για την ενέργεια που ο ίδιος αυτοπαράγει και αυτοκαταναλώνει, σε 3-4 χρόνια η χώρα θα μπορούσε να γίνει εξαγωγέας ανανεώσιμης ενέργειας.

Με την δημιουργία 2-3 μεγάλων έργων αντλιοταμίευσης από το ίδιο το δίκτυο ή το κράτος στην τελική, θα μπορούσαμε να απεξαρτηθούμε και από τους λιγνίτες, ή τελος πάντων να επανεισάγουμε κάθε βράδυ μέρος της ενέργειας που εξάγαμε κάθε πρωί, έστω και ακριβότερα.

Και τελικά δεν καταλαβαίνω γιατί έχουμε αποκλείσει την πυρηνική ενέργεια νέας τεχνολογίας μικρών αντιδραστήρων ως πιθανή λύση μακροπρόθεσμα, ειδικά μάλιστα αφού θέλουμε να κινηθούμε προς την ηλεκτροκίνηση που θα διπλασιάσει στο ελάχιστο την σημερινή μας κατανάλωση σε ηλεκτρισμό;

Αντί να εισάγουμε πετρέλαιο από το Ιράκ, φυσικό αέριο από το Καζακστάν και το Αζερμπαϊτζάν και ηλεκτρισμό από την Τουρκία, θα μπορούσαμε να έχουμε υπερεπάρκεια ενέργειας για εξαγωγές από τη χώρα του Μελτεμιού, του Μαΐστρου και των 350 ημερών ηλιοφάνειας το χρόνο με μόνα 140.000 στρέμματα ηλιακά πανέλα (τετράγωνο με 12 χλμ πλευρά), κάποια σε πλαγιές, κάποια σε στέγες και κάποια σε ξερονήσια. Το 1/3 αυτών ήδη τα έχουμε από ήπιες μορφές ενέργειας! Χωρίς καν να ασχοληθούμε με τις τεχνολογίες ηλεκτρισμού από κύματα για μια εικοσαετία, γιατί είναι πρώιμες.

Η ανάπτυξη της οικονομίας και η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων περνάει μέσα από την αύξηση της ενέργειας που καταναλώνει κατά κεφαλή καθένας μας. 

Γιατί εμποδίζουν δυο-τρεις γραφειοκρατικοί μηχανισμοί την πρόοδο αυτής της χώρας, κόντρα στις μακροπρόθεσμες προθέσεις και τις εξαγγελίες του Πρωθυπουργού;

Πόσο μάγκες είναι;

Ας το ψάξουμε…