Δανειζόμαστε από την "Καθημερινή" άρθρο του Μιχάλη Τσιντσίνη, που πλέκει αριστοτεχνικά τον "αβραμοπούλειο κανόνα",  τον "λαϊκισμό με σηκωμένο φρύδι" και βεβαίως τον πρωτοεισαχθέντα "ομοιοπαθητικό οριενταλισμό". 

Σάκης Ρουβάς: Πενιές

Διακόσιες έντεκα χιλιάδες ευρώ είναι πολλά ή λίγα λεφτά; Και από αυτά, πόσα θα πάρει στην τσέπη ο σόουμαν και πόσα θα πάνε για το σόου; Πόσα στον σκηνοθέτη και πόσα στα χέρια που θα στήσουν τη μια μέρα, για να ξηλώσουν την επομένη, τα ικριώματα στον «σκούφο» του Λυκαβηττού;

Δεν βαριέσαι. Το χρήμα είναι περιττό όταν υπάρχει αγάπη. Ή, τέλος πάντων, αισθητική. Και στην περίπτωση της κορωνόπληκτης Πρωτοχρονιάς με τον Σάκη Ρουβά, οι αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου Αθηναίων επικαλέστηκαν ως νομιμοποιητική βάση την αισθητική – και μάλιστα την εξαγώγιμη, που προορίζεται να εκπεμφθεί σε όλο τον κόσμο ως ταυτότητα της ελληνικής μητρόπολης. Το «καλλιτεχνικό θέαμα», εξήγησαν στην απολογία τους, είναι «μοναδικό». «Υψηλών απαιτήσεων και προδιαγραφών».

Προτού μπορέσει κανείς να επαληθεύσει με τα μάτια του πόσο «μοναδική» μπορεί να είναι η επανεμφάνιση του εθνικού ποπ σταρ σε μια συναυλία χωρίς «ζωντανό» κοινό, δικαιούται να αναρωτηθεί ποιος θέτει τις «απαιτήσεις»; Ποιος και πώς καθορίζει το «ύψος» τους;

Οι «προδιαγραφές» του πολιτιστικού προϊόντος «Ρουβάς» εγγυώνται πολιτική ασφάλεια. Κανείς δεν θα ενοχληθεί. Κανείς δεν θα ενθουσιαστεί. Κανέναν δεν θα αποσπάσει από την οικιακή γιορτή αυτή η τόσο γνώριμη φιγούρα που θα χοροπηδάει στην οθόνη, χαρούμενη και φλατ, σαν επανάληψη. Σαν κονσέρβα προηγούμενης ή προπροηγούμενης ή προπροπροηγούμενης Πρωτοχρονιάς.

Δεν θα έπρεπε να περιμένει κανείς τίποτε άλλο. Ετσι έχουν παγιωθεί οι αισθητικές «προδιαγραφές» όχι μόνο των δεκάλεπτων χάπενινγκ, αλλά και των μόνιμων παρεμβάσεων στην πόλη. Εχει επικρατήσει εδώ και δεκαετίες –τόσο στην Αθήνα όσο και σε περιφερειακές «κόπιες»– ο αβραμοπούλειος κανόνας. Μια ιλουστρασιόν τυποποίηση που καταστρώνεται με πρώτη μέριμνα να μη θίξει το κοινό γούστο. Γι’ αυτό καταλήγει να το αναπαράγει είτε σε στρογγυλά σιντριβάνια, είτε σε ζαρντινιέρες μιας χρήσης, είτε σε τελετουργικές αναβιώσεις της πίστας.

Αυτό είναι το εγχειρίδιο των «προδιαγραφών» μας: το καλούπι της Γιουροβίζιον, το οποίο εμβολιάζουμε πάντα με λίγη αλέγκρα πενιά, για να το συνοδεύσει στη διεθνή του καριέρα.

Πρόκειται για έναν ομοιοπαθητικό οριενταλισμό, που επιλέγει την καθήλωση, βέβαιος ότι αυτό το θέαμα είναι όχι απλώς «καλό για την Ανατολή» μας, αλλά και πολύ υψηλότερο από τις «απαιτήσεις» της. Και που, σε δεύτερο χρόνο, περιφρονεί ανοιχτά τις εναντίον του επικρίσεις ως «κάλαντα της μιζέριας». Λαϊκισμός μεν, αλλά με σηκωμένο φρύδι.

Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν θα άξιζε συζήτησης αν δεν το βάραινε ο ίσκιος της πανδημίας. Η μοναχική, αορίστως τιμολογημένη φιέστα του Sakis the Greek πάνω στον λόφο δεν είναι το αντίδοτο της μιζέριας. Είναι η μιζέρια.