Τασσος Λύτρας

Με ενδιαφέρον και απορία παρακολουθούμε τις εξελίξεις των πραγμάτων για τα κυοφορούμενα περιβαλλοντοκτόνα επενδυτικά σχέδια της Εκκλησίας στο Σχιστό Περάματος. Πλην των φωνών εναντίωσης που έχουν υψωθεί από την πλευρά της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν έχουμε έχουμε ακούσει ακόμη τις φωνές των πολιτικών εκπροσώπων της περιοχής.

Προς το ζήτημα αυτό συναρτώνται δύο ερωτήματα: 1) Γιατί δεν έχουν κυρωθεί ακόμη οι δασικοί χάρτες της περιοχής; 2) Γιατί δεν προχώρησε η υλοποίηση της πρόβλεψης του Γ.Π.Σ. Αθήνας – Αττικής (2014) για τον χαρακτηρισμό του όρους Αιγάλεω – Ποικίλου ως περιφερειακού φυσικού πάρκου που θα υπήγαγε το καθεστώς προστασίας του και στην περιβαλλοντική νομοθεσία και στις Οδηγίες της Ε.Ε.; Υποθέτω ότι όσοι άσκησαν κυβερνητική εξουσία από το 2014 μέχρι σήμερα κάποιες λογικές απαντήσεις θα έχουν να δώσουν.

Κι εμείς όμως πολλά έχουμε να τους καταλογίσουμε αφού συμμετείχαμε κατά καιρούς σε σειρά συζητήσεων και συσκέψεων για το θέμα αυτό.

Απορία μάς δημιουργεί και το γεγονός ότι η Εκκλησία, παρ’ όλο που ομιλεί για το κτήμα Σκαραμαγκά, επικαλείται ως τίτλο κτήσεως των δικαιωμάτων κυριότητάς της επί αυτού, την χρησικτησία. Γιατί αυτό; Δεν είναι η Εκκλησία άραγε καθολικός διάδοχος της ακίνητης περιουσίας της Μονής Κλειστών στην οποία αναφέρεται ότι ανήκε και αυτό το κτήμα; Μήπως υπάρχουν ελαττώματα στη σειρά διαδοχής ή μήπως υπάρχουν και αναντιστοιχίες μεταξύ των επιφανειών του κτήματος Σκαραμαγκά και της έκτασης που θεωρεί η Εκκλησία ότι της ανήκει;

Ας πάρουμε τα πράγματα, έτσι όπως, από έρευνα, τα γνωρίζουμε εμείς και μακάρι κάτι το ουσιώδες να μας διαφεύγει.

Την περίοδο της τουρκοκρατίας στο όρος Αιγάλεω – Ποικίλο υπήρχαν τα εξής τέσσερα μεγάλα κτήματα:

1. Το κτήμα Στεφάνι που ανήκε αρχικά στη κοινότητα του ομώνυμου χωριού κι έπειτα στον βοεβόδα της Αθήνας Αλή – Χασεκή. Το κτήμα αυτό, ως προς το Ποικίλο όρος, είχε ως ανατολικό και νοτιοανατολικό όριο την κορυφογραμμή. Μετά την απελευθέρωση, περιήλθε στο ελληνικό δημόσιο ως καταληφθείσα εχθρική περιουσία.

2. Το κτήμα Δαφνί που ανήκε στη μονή Δαφνίου. Τα όριά του νότια και βόρεια της κοιλάδας Δαφνίου ακολουθούσαν τις κορυφογραμμές των ορέων Ποικίλο και Αιγάλεω, μέχρι τη θάλασσα. Αυτό περιήλθε στο ελληνικό δημόσιο με βάση τα διατάγματα για τις διαλυθείσες μονές (1833-1834). Από τα δύο αυτά κτήματα προέκυψε το ενιαίο δημόσιο κτήμα Δαφνί – Στεφάνι.

3. Το κτήμα “Κόκκινος Βράχος” ή «Κοκκινόβραχος» ή «Τσερατσίνι» που ανήκε στη διαλυθείσα επίσης μονή Αγ. Σπυρίδωνα. Τα όριά του προς βορρά έφθαναν μέχρι την κορυφογραμμή του όρους Αιγάλεω (συνέχονταν με το κτήμα Δαφνίου) και δυτικά ακολουθούσαν της κορυφογραμμή του Αιγάλεω (ράχη Κούκου και βουνό Σκαραμαγκά μέχρι τη θάλασσα) και προς αυτές τις κατευθύνσεις συνόρευε δυτικά και βόρεια με το κτήμα Σκαραμαγκά. Στο κτήμα αυτό υποθέτουμε ότι περιλαμβάνονταν και το μεγαλύτερο τμήμα της ορεινής περιοχής Τρίκορφου και Προσήλιου. Το κτήμα αυτό επίσης περιήλθε στο ελληνικό δημόσιο.

4. Το κτήμα Σκαραμαγκά, που κατά τη βυζαντινή περίοδο ανήκε ως «πρόνοια» στον άρχοντα Σκαραμαγκά. Δε γνωρίζουμε την τύχη του κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Κατά την περίοδο όμως της τουρκοκρατίας ανήκε στο κράτος και το δικαίωμα της εκμετάλλευσής του πωλούνταν σε ενοικιαστές προσόδων. Τελευταίος ενοικιαστής των προσόδων του κτήματος Σκαραμαγκά ήταν ο Χασάν – αγάς που στα 1795 πούλησε το δικαίωμά του αυτό στους καλόγηρους της Μονής Κλειστών για 350 γρόσια. Το πωλητήριο, όπως υπάρχει στα ΓΑΚ (συλλογή Ι. Βλαχογιάννη): «Δια του παρόντος γίνεται δήλον ότι κατά το έτος 1206 (1792) από την πρώτην Μαρτίου μέχρι της εσχάτης Φεβρουαρίου, ευρεθέντες ενοικιασταί της Αθήνας και των πέριξ αυτής. Χασάν αγάς …… εκ των κατοίκων των Αθηνών των εχόντων ενοχήν γαιών δημοσίων, εντός των συνόρων της πόλεως, έχων υπό την κατοχήν αυτού εις το μέρος ονομαζόμενον Σκαραμαγκά, γαίας έως της δυνάμεως δυο ζευγαρίων, πλησιαζούσας από το εν μέρος με τας γαίας του μοναστηρίου δαφνίου, το άλλο μέρος … όσον τρέχουν τα νερά, του ζευγαρίου Τζιρατζίνι έως εις το μεγάλο ρεύμα, το άλλο μέρος από το μεγάλο ρεύμα έως εις την θάλασσαν και το έτερον μέρος περιορισμένον με την θάλασσαν. Εντός λοιπόν των ειρημένων περιορισμάτων μέρη, πολλά ή ολίγα, ήμερα ή μη ήμερα, όπου το άροτρον ενεργεί και όπου δεν ενεργεί, με συμπερασμόν της δυνάμεως έως δύο ζευγαρίων, τας γαίας έτι ζων με καλήν αυτού θέλησιν, δια γρόσια τριακόσια πενήντα, επώλησεν εις τον ηγούμενον μοναστηρίου Χασιά[ς] παπα Γρηγόριον και παπα Ιωακείμ και παπα Κοσμά, και εις τους λοιπούς καλογήρους του ρηθέντος μοναστηρίου, οίτινες και εδέχθησαν την ειρημένην αγοράν. Επειδή δε (απαιτείται;) η έγγραφος άδεια του κυρίου της γης δια τον κατέχοντα αυτήν, ελήφθη κατά τον βασιλικόν κανόνα (;) συνηθισμένη πληρωμή της γης και εδόθη εις χείρας των προλεχθέντων η παρούσα έγγραφος άδεια. Εν όσο λοιπόν εργάζονται αυτήν και εκ της συνάξεως αυτών δίδουσιν εις τους κυρίους της γης το νόμιμον δέκατον αυτής, να μην ενοχλούνται από μέρος ημέτερον μήτε παρ’ άλλου τινός δια την χρήσιν και κατοχήν του. Εγράφη κατά τας 17 μηνός μουχαρέμι του έτους 1207 (=1793). Ιμπραχίμης βοϊβόδας Αθηνών».

Μετά την απελευθέρωση, το κτήμα παρέμεινε στην κυριότητα της Μονής Κλειστών, η οποία όμως διαλύθηκε το 1834. Ποια ήταν η τύχη της ακίνητης περιουσίας της; Όπως προκύπτει από έγγραφο του 1834 περιήλθε κι αυτή στο ελληνικό δημόσιο. Και η μονή Κλειστών επανασυστάθηκε μεν το 1835 όμως με ποιο νόμιμο τρόπο ανέλαβε την περιουσία της από το ελληνικό δημόσιο; Από την έρευνά μας δεν έχουν προκύψει στοιχεία.

Γεγονός είναι ότι η μονή Κλειστών επαναδιαχειρίστηκε το κτήμα Σκαραμαγκά. Το 1860 φαίνεται ότι η καλλιεργήσιμη γη του κτήματος αυτού ανερχόταν σε 308 στρέμματα και καλλιεργούταν είτε από την ίδια τη μονή με μισθωτούς γεωργούς (υπηρέτες) ή παραχωρούνταν, με το τριτάρικο σύστημα, σε κολλίγους. Το 1924 ο ηγούμενος της μονής Κλειστών Κ. Λαζάρου εξέθεσε σε πλειοδοτική δημοπρασία την τεσσαρακονταετή μίσθωση του κτήματος Σκαραμαγκά «του αρχομένου από του μικρού ρεύματος του διερχομένου 700 μέτρα από του Μετοχίου της Μονής εις Ελευσίνα και εξικνουμένου μέχρι του μικρού ακρωτηρίου του κειμένου μεσημβρινώς του όρμου Αγ. Μαρίνα και εις βάθος από της ακτής δια μεν το τμήμα το κείμενον από του Μετοχίου προς Ελευσίνα 350 μέτρων δια δε το υπόλοιπον τμήμα 800 μέτρων, με την υποχρέωσιν του μισθωτού να κατασκευάση ωρισμένα έργα αξίας 815.000 δραχμών» (Εμπρός φ. 4/4/1924).

Πολλά θα μπορούσαμε να γράψουμε ακόμη αλλά απέχουμε.

Και αν κάποιος αναγνώστης είχε την υπομονή και επιμονή να διαβάσει μέχρις εδώ, αναλογιστεί δε όσα μαρτυρούνται, ασφαλώς θα δικαιολογήσει την Εκκλησία η οποία επικαλείται ως τίτλο της επί του κτήματος Σκαραμαγκά την χρησικτησία, ως μη έχουσα κάτι το καλύτερο.

……………………………………………..

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΗΡΥΞΗ ΤΩΝ ΒΟΥΝΩΝ ΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ ΩΣ ΔΑΣΙΚΩΝ – ΑΝΑΔΑΣΩΤΕΩΝ (Οκτώβριος 1934).

Επειδή ενδεχόμενα η ανάρτησή μου με τίτλο “Οι περιπέτειες του Κτήματος Σκαραμαγκά” να μην έγινε απόλυτα κατανοητή, ας δούμε και τα δύο αναρτώμενα, ελάχιστα γνωστά, ντοκουμέντα: Πρόκειται για έγγραφο του Δασαρχείου Αττικοβοιωτίας με ημερομηνία 25 Οκτωβρίου 1934. Με αυτό, ο Δασάρχης Ι. ΒΥΖΑΣ, δημοσιοποιεί την απόφαση του Υπουργού Γεωργίας με την οποία κηρύχθηκαν υπό καθεστώς προστασίας δασικά κτήματα της Αττικής. Ανάμεσά τους : 1) Τα ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΤΗΜΑΤΑ “ΔΑΦΝΙ” ΚΑΙ “ΣΚΑΡΑΜΑΓΚΑ”, 2) Τα Μοναστηριακά κτήματα “Κορυδαλλός” και “Σκαραμαγκάς”, 3) Τα ιδιωτικά και συνιδιόκτητα “Παχύ”και “Χαϊδάρι”.

Σε αυτά, ανά κατηγορία, θεσπίστηκαν οι εξής απαγορεύσεις: 1) Στα Δημόσια η βοσκή, η εκχέρσωση, η υλοτομία, ο κατατεμαχισμός και η οικοπεδοποίηση, η λατόμηση. 2) Στα μη Δημόσια η βοσκή, η ρητίνευση, ο κατατεμαχισμός και η οικοπεδοποίηση, η εκχέρσωση, η υλοτομία.

Στην απόφαση επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο αποτυπώνονται, με σκούρα σκίαση, οι προστατευόμενες εκτάσεις.

Από αυτά προκύπτει ότι όλη η σκιασμένη επιφάνεια του όρους Αιγάλεω – Ποικίλου το 1934 ήταν χαρακτηρισμένη ως δασική. Πότε, με ποιά διαδικασία και με ποιά αιτιολογία έγιναν αποχαρακτηρισμοί και άρθηκαν οι απαγορεύσεις;

Προκύπτει ακόμη ότι το κτήμα Σκαραμαγκά ήταν έν μέρει Δημόσιο και εν μέρει Μοναστηριακό. Ποιά ήταν τα μεταξύ τους όρια και τι απέγινε η εκεί ιδιοκτησία του Δημοσίου;

Φοβούμαι ότι κανείς δεν επιθυμεί να δώσει τις απαντήσεις σε αυτά και σε όσα άλλα ερωτήματα προκύπτουν από τα δύο αυτά ντοκουμέντα.