Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να παραβλέπουμε τα ζητήματα κοινωνικής συνοχής και ειρήνης τα οποία προκύπτουν και απασχολούν όλες ανεξαιρέτως τις ευρωπαϊκές χώρες. Καμία κοινωνία δεν μπορεί να λειτουργήσει ομαλά δίχως θεσμούς κοινωνικής ενσωμάτωσης και διασφάλισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αλλά και των κοινών αξιών και αρχών οι οποίες διευκολύνουν τη συμβίωση ανθρώπων με διαφορετικά πρότυπα του αγαθού και επιλογές του τρόπου ζωής.

Τα θέματα αυτά δεν μπορούν να επιλυθούν τελείως με βάση τη Συνθήκη της Ε.Ε. Αποτελούν όμως μείζον ζήτημα πολιτικής αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. Αυτό συνιστά πάγια θέση χωρών οι οποίες υποδέχονται τα μεγαλύτερα τμήματα των μετακινούμενων πληθυσμών, όπως συμβαίνει με την Ελλάδα και την Ιταλία.

Ενα από τα νομοθετικά εργαλεία της Ε.Ε. αποτελεί και ο γνωστός «Κανονισμός Δουβλίνου» (604/2013), ο οποίος καθορίζει τις διαδικασίες για την παροχή ασύλου. Επιδιώκονται η επίλυση της δυσαρμονίας και δυσλειτουργίας μεταξύ των εθνικών συστημάτων για το άσυλο, η διασφάλιση των δικαιωμάτων των αιτούντων και η προστασία της οικογένειας, και ιδιαίτερα των παιδιών.

Είμαστε προ των πυλών για την τέταρτη αναθεώρηση του Κανονισμού, από την οποία θα προκύψει το Δουβλίνο IV. Ενα σημαντικό στοιχείο υπό συζήτηση αποτελεί η διαδικασία επιστροφής όσων δεν γίνει δεκτή η αίτηση ασύλου. Αποτελεί μια εστία τριβής τόσο αναφορικά με τη διαδικασία επιστροφής (επιστρέφει στη χώρα εισόδου ή καταγωγής;) όσο και με το χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης των διαδικασιών.

Η ροή της μετανάστευσης και τα υφιστάμενα προβλήματα δεν επιτρέπουν την ολιγωρία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει, μεταξύ άλλων, την καθιέρωση ενός μοναδικού κράτους-μέλους ως αρμοδίου για κάθε περίπτωση αίτησης ασύλου, καθώς και ένα δικαιότερο σύστημα κατανομής των μεταναστών στηριγμένο στην αλληλεγγύη μεταξύ κρατών-μελών.

Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι περίπου 75% των αιτήσεων για άσυλο κατατέθηκαν σε πέντε μόνο κράτη-μέλη. Κατά συνέπεια, η πρόκληση είναι να διορθωθεί αυτή η καταφανής ανισορροπία. Σύμφωνα με ορισμένες προτάσεις, πρέπει να γίνεται μετακίνηση των αιτούντων, έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας, σε άλλα κράτη-μέλη. Με τον τρόπο αυτό, θα περιοριστεί το φαινόμενο της παράνομης μετακίνησης εντός Ε.Ε. Ακόμη, να κοστολογείται η δαπάνη κοινωνικών υπηρεσιών προς τους αιτούντες και το κόστος να αναλαμβάνεται από κοινού, ιδιαίτερα από κράτη-μέλη τα οποία υποδέχονται συγκριτικά μικρούς αριθμούς αιτούντων.

Οι αποφάσεις για τα ζητήματα αυτά θα ληφθούν, σύμφωνα με όλα τα δεδομένα, κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2020 και υπό τη γερμανική προεδρία. Είναι γνωστές οι πολιτικές προεκτάσεις του μεταναστευτικού ζητήματος στα κομματικά συστήματα της Ευρώπης, αν και πολύ συχνά αποτελεί μόνο μία από τις παραμέτρους οι οποίες επηρεάζουν την κρίση των ψηφοφόρων.

Από την άλλη πλευρά, η Ε.Ε. πραγματοποιεί βήματα για την αντιμετώπιση του ζητήματος, αλλά οι εξελίξεις μάλλον τεκμηριώνουν ότι τα προβλήματα επιτείνονται. Η Ελλάδα, ως χώρα υποδοχής μεγάλων μεταναστευτικών ροών, πρέπει να πρωτοστατήσει με τεκμηριωμένο τρόπο στην εμπέδωση της αλληλεγγύης μεταξύ κρατών-μελών και στον καταμερισμό των βαρών. Απαιτείται επείγουσα και αποτελεσματική δράση, γιατί η κατάσταση εγείρει σοβαρούς κινδύνους τόσο για τους πληθυσμούς μεταναστών όσο και για τις τοπικές κοινωνίες στις οποίες φιλοξενούνται.

Αυτό που πρέπει να αποφύγουμε είναι να δαιμονοποιήσουμε καταστάσεις και να τις χρησιμοποιήσουμε για πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη. Η χώρα βρίσκεται σε μια τροχιά ανασυγκρότησης και οφείλουμε όλοι να αναλογιστούμε ότι πρέπει να σβήνουμε και όχι να αναζωπυρώνουμε συνθήκες οι οποίες λειτουργούν διαιρετικά και πολωτικά στην κοινωνία.