Οι ένοικοι, επιστρέφοντας από τη δουλειά τους, δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι θα βρουν το σπίτι τους άνω κάτω, αφού και σε άλλες αντίστοιχες απόπειρες είχαν πάρει ειδοποίηση από τον συναγερμό και είχαν καλέσει άμεσα την αστυνομία, ενώ οι κλέφτες είχαν τραπεί σε φυγή. Αυτή τη φορά όμως όλα ήταν καλύτερα οργανωμένα. Υπήρχε σχέδιο δράσης, που προϋπέθετε ακριβή γνώση του χώρου και του ωραρίου των ιδιοκτητών. Δηλαδή κάποιος είχε ξοδέψει αρκετές ώρες για να συλλέξει όλες τις πληροφορίες.

Η ιδιοκτήτρια του σπιτιού, μια μέρα μερά τη διάρρηξη, μίλησε στο “Χαϊδάρι Σήμερα”.

Μεταξύ 2 μμ και 5 μμ οι διαρρήκτες βρήκαν δίοδο από γειτονική οικοδομή, από οπου είχαν την δυνατότητα να κόψουν το τηλεφωνικό καλώδιο, ώστε να μην μπορεί να σταλεί αυτόματο μήνυμα από τον συναγερμό στην συμβεβλημένη εταιρεία παρακολούθησής του. Αμέσως ανέβηκαν στον δεύτερο όροφο (προφανώς ήξεραν ότι ο πιο εύκολα προσβάσιμος πρώτος όροφος ήταν ακατοίκητος). Ξήλωσαν την εξωτερική σειρήνα του συναγερμού και έσπασαν το διπλό τζάμι της μπαλκονόπορτας. Μπήκαν και, ενώ μέρος του συναγερμού ηχούσε, αναποδογύρισαν τα πάντα, με περισσότερη επιμονή στην κρεβατοκάμαρα.

Δεν βρήκαν τίποτε, γιατί οι ιδιοκτήτες δεν αφήνουν χρήματα και πολύτιμα αντικείμενα στο σπίτι, λόγω αντίστοιχων αποπειρών διάρρηξης στο παρελθόν.

Οπωσδήποτε όμως το σοκ που έζησαν όταν είδαν το νοικοκυριό τους σε αυτή την κατάσταση, ήταν μεγάλο. Πέρασαν το βράδυ σε άλλο σπίτι, αδυνατώντας να κοιμηθούν εκεί, και την άλλη μέρα προσπάθησαν να συμμαζέψουν το δικό τους. Θεωρούσαν ότι είχαν πάρει όλα τα δυνατά μέτρα προστασίας, αλλά αποδείχτηκε πως δεν έφταναν.

Για μια ακόμη φορά αποδεικνύεται ότι οι διαρρήξεις δεν γίνονται βράδυ, αλλά με το φως της ημέρας. Κι ακόμα ότι μια “περίεργη” παρουσία στη γειτονιά δεν πρέπει να περνάει απαρατήρητη. Ένα προληπτικό τηλέφωνο στην αστυνομία δεν είναι κακή ιδέα, άλλωστε το ζητά και η ίδια.