Επιμέλεια: Μενέλαος Χρόνης

Ο Νικόλααος Δραγούμης, αποκαλούμενος και “Βαν Γκογκ της Ελλάδας”, έζησε μια μυθιστορηματική ζωή, προτιμώντας από την άνετη ζωή που υποσχόταν η καταγωγή του μια αδέσμευτη προσωπική πορεία, ακολουθώντας το κάλεσμα της τέχνης. Πρωτότοκος γιος του πρωθυπουργού Στέφανου Δραγούμη και αδελφός του πολιτικού και συγγραφέα Ίωνα Δραγούμη, μετά από μια πολυτάραχη ζωή, δοσμένη στη ζωγραφική, άφησε την τελευταία του πνοή στο Δρομοκαΐτειο.

Η οικογένεια τον προόριζε για καριέρα διπλωμάτη, αλλά εκείνος, τύπος μποέμ, ανατρεπτικός και ασυμβίβαστος, αγάπησε με πάθος τη ζωγραφική, στην οποία και αφιερώθηκε ολοκληρωτικά. Ο Νίκος αποστασιοποιήθηκε από το οικογενειακό περιβάλλον, αν και το αποζητούσε, επειδή δεν ήθελε να τον αποτρέψουν από αυτό που επιθυμούσε. Άφησε πίσω του τα πάντα και προτίμησε να ζήσει στο Παρίσι και τη Νότια Γαλλία, όπου ζωγράφισε με «θεία τρέλα». Όμως αδιαφορούσε για τη φήμη και την επιτυχία και από πεποίθηση δεν πούλησε ποτέ κανέναν πίνακα.

Ο κόλπος της Ελευσίνας την αυγή από τη Μάνδρα, στο βάθος ο Σκαραμαγκάς και ο Υμηττός, 1904-1905

Στη Γαλλία

Τον Σεπτέμβριο του 1891 πήγε για πρώτη φορά στο Παρίσι, προετοιμαζόμενος για τη Ναυτική Σχολή της Γαλλίας, καθώς είχε αγάπη προς τη θάλασσα, ωστόσο απέτυχε στις εξετάσεις και τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Σορβόννης. Το 1897 ο Νίκος Δραγούμης πήρε το πτυχίο του από το Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και επέστρεψε στην Ελλάδα, για να ακολουθήσει σταδιοδρομία στο Υπουργείο Εξωτερικών. Ήρθε, όμως, σε ρήξη με την οικογένειά του. Τον Μάιο του 1899 έφυγε κρυφά και επέστρεψε στο Παρίσι για να σπουδάσει ζωγραφική.

Παρόλη την επιθυμία του να ξεφύγει από τα οικογενειακά πρότυπα και την προδιαγεγραμμένη πορεία, δεν παύει ποτέ να νοσταλγεί τους δικούς του και να επιθυμεί την αποδοχή τους. Τον Ιούνιο του 1900 συναντήθηκε στο Παρίσι με την αδελφή του Ναταλία και τον γαμπρό του Παύλο Μελά. Η αδελφή του σκέπτεται να τον βοηθήσει οικονομικά, αλλά επεμβαίνει η θεία τους Μαρίκα και την αποθαρρύνει λέγοντάς της πως “αν επιλέξει να βοηθήσει έναν τεμπέλη που βρίσκει δικαιολογίες για να παραμένει άπραγος θα στερήσει από τα παιδιά της τα όσα χρειάζονται”.

Γράφτηκε στην ελεύθερη καλλιτεχνική Ακαδημία Julian τον Οκτώβριο του 1900 και σπούδασε εκεί μέχρι τον Δεκέμβριο του 1902. Ενδιαφερόταν να πετύχει την εισαγωγή του στην École des Beaux-Arts, αλλά δεν άντεχε να περάσει την δοκιμασία των εξετάσεων. Ταυτόχρονα αρνήθηκε τις προτάσεις του πατέρα του, να του αγοράσει κάποιο κτήμα οπουδήποτε επιθυμεί, αρκεί να γυρίσει πίσω. Προτιμά να ζει με ελάχιστα χρήματα και στερήσεις, παρά να απαρνηθεί την ελευθερία του και να βιώνει την κατακραυγή, από όσους θεωρούν την τέχνη του πάρεργο.

Νικόλαος Δραγούμης, ο Κήπος του Λουξεμβούργου στο Παρίσι.

Τον Αύγουστο του 1904 επισκέφτηκε την Ελλάδα και την οικογένειά του στην Κηφισιά. Μάλιστα, ο Νίκος ήταν το τελευταίο μέλος της οικογένειας Δραγούμη που είδε ζωντανό τον Παύλο Μελά: έμεινε μαζί του τη νύχτα της 29ης Αυγούστου και το επόμενο πρωί τον συνόδευσε στον σιδηροδρομικό σταθμό, από όπου ο Μελάς έφυγε για το τελευταίο του ταξίδι στη Μακεδονία. 

Το 1907 γνωρίστηκε με τη Ρωσίδα ζωγράφο Λύντια Μπορζέκ και την αγάπησε πάθος. Όμως, δεν την δέχθηκαν ποτέ οι γονείς του. Πορεύτηκαν οι δυο τους με πυξίδα την τέχνη τους, με εντιμότητα και αξιοπρέπεια μέσα από στερήσεις.

Νίκος Δραγούμης, Η Λύντια στον Κοκκιναρά, στο βάθος η χιονισμένη Πεντέλη, 1913, μολύβι και γκουάς σε χαρτί, ιδιωτική συλλογή.

Τα χρόνια που ακολουθούν μέχρι το 1911 είναι τα πλέον παραγωγικά και χαρακτηριστικά για εκείνον. Εγκατέλειψε το Παρίσι για την Προβηγκία, όπου έμεινε για μεγάλα διαστήματα με την Μπορζέκ. Εκεί μπορούσε να νιώθει πιο ελεύθερος, κοντά στη φύση, και να περιφρονεί και στην πράξη τους συμβατικούς κανόνες ζωής. Λάτρεψε τον ήλιο και τον γυμνισμό, θεωρείται μάλιστα ο πρόδρομός του στη Γαλλία. Πεζοπορώντας γνώρισε πολλές πόλεις.

Από την περίοδο αυτή έρχεται και ο μεγαλύτερος αριθμός των σωζόμενων έργων του. Έχουν επιρροές από τον Βαν Γκογκ (ο Δημήτρης Πικιώνης τον χαρακτήρισε “Έλληνα Βαν Γκογκ”), τους Ναμπί, τη γιαπωνέζικη ξυλογραφία και τον πουαντιλισμό. Οι κύριες συνιστώσες των «ώριμων» αυτών ετών είναι οι αναπάντεχες οπτικές γωνίες, η διακοσμητική, απέριττη χρήση επίπεδων –πλακάτων– χρωμάτων, η ακρίβεια και ευαισθησία του νευρώδους σχεδίου, η αγάπη στη λεπτομέρεια.

Ακόμα, σαφής ήταν η προτίμησή του να ταυτίζεται συχνά με θέματα εργατικά και αγροτικά που ξεφεύγουν από την απεικόνιση αστικών ή μεγαλοαστικών προτύπων, ιδιαίτερα μετά τη ρήξη με την οικογένειά του.

Η ψυχική νόσος

Το 1911 εκδηλώθηκε ψυχικό νόσημα και επί 21 χρόνια μπαινόγβαινε σε διάφορα ιδρύματα ανά την Ευρώπη, για να κρατηθεί μακριά από τη δημοσιότητα η αρρώστια του.

Τη διετία 1912-1914, εμφανίζοντας σχετική ύφεση των συμπτωμάτων, κατόρθωσε να δουλέψει για λίγο στην Αττική και την Άνδρο. Τον Αύγουστο του 1913 εγκαταστάθηκε στην Κηφισιά, ωστόσο τον Μάιο του επόμενου χρόνου με τη συνοδεία του Ίωνα Δραγούμη ταξίδεψε στη Γενεύη και μπήκε σε ιδιωτικό ψυχιατρείο. Εκεί παρέμεινε για 18 χρόνια, μέχρι και το 1932, οπότε λόγω οικονομικών δυσκολιών η οικογένεια, που πέρασε σοβαρές πολιτικές περιπέτειες και κλονίστηκε από το κραχ του 1929, τον έφερε πίσω στην Ελλάδα. Τον Αύγουστο μπήκε στο Δρομοκαΐτειο.

Ο ίδιος ο Νίκος Δραγούμης δείχνει ευχαριστημένος στην επιστολή που στέλνει στον αδελφό του Φίλιππο:
«…Εδώ δεν με έχουν πολύ περιορισμένον, και έτσι μένω πλέον ευχαριστημένος, γιατί ζω μιαν φυσική ζωή, όπως είχα συνηθίσει. Τρώγω καλά και κοιμούμαι ακόμα καλύτερα. Ευρίσκομαι με διασκεδαστικούς ανθρώπους και έχουμε καλή παρέα…». Πέθανε μερικούς μήνες αργότερα, στις 6 Ιανουαρίου του 1933, σε ηλικία 59 ετών, πιθανώς από εγκεφαλικό επεισόδιο.

Σήμερα, τα ιμπρεσιονιστικά του έργα βρίσκονται διάσπαρτα σε ιδιωτικές συλλογές, κυρίως στη Νότια Γαλλία. Ο ίδιος δεν είχε φροντίσει να κρατήσει λεπτομερές αρχείο, έκαψε μάλιστα μέρος του των έργων του όταν πρωτοεκδηλώθηκε η αρρώστια. Ταυτόχρονα, ένα σημαντικό μέρος του έργου του, που βρισκόταν στην κατοχή του φίλου του και ζωγράφου, Ζαν Μπαλτίς, χάθηκε κατά τη βιαστική εκκένωση του Παρισιού κατά την εισβολή των Ναζί το 1940. Ο αδελφός του Φίλιππος Δραγούμης καθώς και ο μουσικολόγος ανιψιός του Μάρκος περιέσωσαν όσα έργα μπόρεσαν.

Lydia Borgek

Lydia Borzek, έργο του Νικόλαου Δραγούμη

Η Ρωσίδα καλλιτέχνις σε νεαρή ηλικία βρέθηκε στο Παρίσι, όπου σπούδασε ζωγραφική και συμμετείχε στο καλλιτεχνικό κίνημα που γέννησε τον μοντερνισμό. Μετά τη γνωριμία της με τον Νίκο Δραγούμη και παρόλο που έργα της είχαν ήδη γίνει δεκτά στις ομαδικές επίσημες εικαστικές εκθέσεις (Salons), η Μπορζέκ εγκατέλειψε τη σταδιοδρομία της. Όλα τα χρόνια της ασθένειας, όταν ο Δραγούμης μεταφερόταν σε διάφορα ιδρύματα ανά την Ευρώπη από τους οικείους του, η Μπόρζεκ τον ακολουθούσε παντού. Στη Νάπολη, στη Γενεύη και τελικά στο Δρομοκαΐτειο.

Παρά τις εκκλήσεις του καλλιτέχνη προς την οικογένειά του, δεν του επιτράπηκε να την παντρευτεί.

1911 Οκτώβριος 27
Νίκος Δραγούμης προς Στέφανο και Ελίζα Δραγούμη
Graveson 27 Οκτωβρίου 1911
Αγαπητέ μου μπαμπά,
Θα ήθελα επίσης να σου ομιλήσω διά την κυρίαν Lydie Borgek την οποίαν γνωρίζω προ τριών
χρόνων και την αγαπώ πολύ. Θα ήθελα να την παντρευθώ. Είναι Ρωσσίς και ζωγράφος και νομίζω
πως οι χαρακτήρες μας θα συμβιβασθούν λαμπρά. Έχει πολύ καλήν ανατροφήν και είναι
συμπαθητική και ήσυχη. (Επιστολή του Ν. Δραγούμη μη στους γονείς του).

Μετά τον θάνατό του έμεινε στην Ελλάδα και πέθανε στην Αθήνα στις αρχές της Κατοχής, το 1941.

Τα λάδια και σχέδιά της που έχουν αναδυθεί από τη λήθη αναδεικνύουν ένα έργο που συγκεφαλαιώνει τη ζωγραφική στην Ευρώπη από το μεταϊμπρεσσιονισμό έως το φωβισμό: εξωτικός πριμιτιβισμός του Γκωγκέν, χρωματικές κλίμακες των Ναμπί, διακοσμητικός χαρακτήρας της αυστηρής, αλλά όλο χάρη, γραμμής της βιεννέζικης Αρ-Νουβώ. Όλα αυτά, μετά την έλευση και εγκατάσταση της Λύντιας στην Ελλάδα, εφαρμόστηκαν πάνω στο ελληνικό τοπίο.

Για την Λύντια Μπορζέκ περισσότερα ΕΔΩ

“Δεν θέλησε να πουλήσει ποτέ κανέναν πίνακα”

Ο Φίλιππος Δραγούμης έγραψε για τον αδελφό του Νίκο:

“Ο Νίκος, άκακος, ευγενικός κι αξιαγάπητος άνθρωπος, αν κι επαναστατικής ιδιοσυγκρασίας –και κάποτε θυμώδης– είναι πιθανόν ο πρώτος που έφερε στην Ελλάδα την ιμπρεσιονιστική τεχνοτροπία και το χωρίς βαθμιαία φωτοσκίαση σχεδόν διακοσμητικό σχεδίασμα με νερόχρωμα και gouache (πηχτό, συνήθως άσπρο, χρώμα) πάνω σε σκοτεινό αδρό χαρτί (στρατσόχαρτο).

Ήταν φιλόσοφος, στωικός, κάθε άλλο όμως παρά αυστηρός, αντίθετα χαρούμενος, αμέριμνος και ειρωνικός, χωρίς κακία, που αγαπούσε στο έπακρο την ελευθερία και που μισούσε κάθε συμβιβασμό ηθικό και κοινωνικό, κάθε υποκρισία και κάθε επιτήδευση, που λάτρευε τη φύση κι απεχθανόταν θανάσιμα τις προόδους της τεχνικής και της μηχανικής. Υπεραγαπούσε την ελεύθερη φύση και προσπαθούσε με μεγάλη ασκητικότητα να προσαρμόζεται στους φυσικούς νόμους. Δεν τον ένοιαζε τι λέγουν ή τι κάνουν οι αστοί, ή μάλλον με τα φερσίματα και το ντύσιμό του περιφρονούσε και κορόιδευε τους συμβατικούς των κανόνες ζωής και τρόπους συμπεριφοράς, αν και πάντα το έκανε με ευγένεια, χωρίς να τους προσβάλλει και χωρίς κακία για κανένα. Αγαπούσε την απλοϊκή κι αβίαστη φυσικότητα των χωρικών, τον εύρωστο κι ανεπηρέαστο από τον μηχανικό πολιτισμό τρόπο ζωής των κοντά στην ελεύθερη φύση.

Ο Νίκος ποτέ δεν θέλησε να πουλήσει κανένα του πίνακα, γιατί πίστευε πως η αληθινή τέχνη είναι ιερή και μη εμπορεύσιμη. Επίσης πως δεν είναι σωστό με την τέχνη να επιδιώκεται η απόδειξη καμμιάς ιδέας η θεωρίας μη αυστηρά καλλιτεχνικής. Ήταν οπαδός της αρχής του «L’art  pour l’art», του ότι δηλαδή η τέχνη αποτελεί απλή έκφραση του ψυχικού αισθητικού κόσμου του καλλιτέχνη και τίποτε περισσότερο.”

Για τον Νικόλαο Δραγούμη περισσότερα ΕΔΩ.