Η Δέσποινα Κονταράκη είναι μια γυναίκα με δυνατή προσωπικότητα και εξαιρετική διαδρομή στον χώρο της δημοσιογραφίας. Έχει περάσει από διάφορα ρεπορτάζ, κυρίως ελεύθερο και πολιτιστικό, έχει συνεργαστεί με περιοδικά, αλλά πάντοτε η βασική της δουλειά ήταν η εφημερίδα. Έζησε από πρώτο χέρι το δραματικό τέλος της Απογευματινής και σήμερα ως αρχισυντάκτρια “κρατάει το τιμόνι” μιας ιστορικής εφημερίδας, του Ελεύθερου Τύπου, σε μια εποχή ταραγμένη πολιτικά.

Γέννημα – θρέμμα Χαϊδαριώτισσα, πήγε στο 2ο Λύκειο Χαϊδαρίου και είναι κάτοικος της όλης μας. Είναι παντρεμένη και έχει δύο κόρες, ασφαλώς δύσκολος συνδυασμός με την απαιτητική δουλειά της. Μιλάει στο “Χαϊδάρι Σήμερα” για τα ΜΜΕ, την πολιτική και το Χαϊδάρι.

– Κυρία Κονταράκη, ποιες θυσίες χρειάζονται από μια γυναίκα και ταυτόχρονα μητέρα, για μία τόσο αγχώδη και πιεστική εργασία;

«Χρειάζονται πολλές θυσίες και όποια συνάδελφος πει το αντίθετο, μάλλον λέει ψέματα στον εαυτό της. Κανείς σε αυτό το επάγγελμα -και ισχύει και για τους άντρες συναδέλφους μας που είναι γονείς-, δεν μπορεί να βρει τη χρυσή τομή μεταξύ προσωπικής και επαγγελματικής ζωής. Τις περισσότερες φορές, ιδίως αν δουλεύεις σε εφημερίδα, δηλαδή βραδινό ωράριο, γυρίζεις σπίτι και τα παιδιά κοιμούνται. Γι΄αυτό χρειαζόμαστε πολύ στήριξη και κατανόηση από τις οικογένειές μας και προσωπικά, είμαι τυχερή που την έχω από τους δικούς μου ανθρώπους. Έχω δύο κόρες, 17 και 11 ετών, και νομίζω πως τώρα που μεγάλωσαν κάπως, αρχίζουν να κατανοούν γιατί έλειπε τόσες ώρες η μαμά από το σπίτι. Αν το δικαιολογούν βέβαια είναι μια άλλη ιστορία!».

– Σε έναν παραδοσιακά ανδροκρατούμενο χώρο ποιες είναι οι δυνάμεις που χρειάζεται να κινητοποιήσει μια γυναίκα για να αναδειχθεί;

«Υπερεργασία, ατελείωτη υπομονή και χιούμορ για τις δύσκολες στιγμές. Αν και θα έλεγα πως τα τελευταία χρόνια έχουν ανατραπεί οι αναλογίες και υπάρχουν αρκετές γυναίκες δημοσιογράφοι που όχι μόνο βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του μάχιμου ρεπορτάζ, αλλά αναλαμβάνουν και επιτελικές θέσεις».

– Σας έχουν αναφέρει συνάδελφοι σας, περιπτώσεις σεξουαλικής παρενόχλησης μέσα στο χώρο εργασίας;

«Ναι, αλλά όχι σε επίπεδο που να χρειαστεί καταγγελία. Ήταν δηλαδή στα όρια μιας χονδροκομμένης μεν, ακίνδυνης δε, «προσέγγισης». Ωστόσο είναι δεδομένο ότι και στον χώρο μας, όπως και στα περισσότερα επαγγέλματα καριέρας, υπάρχουν «Έλληνες Γουαϊνστάιν» και ότι αρκετές γυναίκες απορρίφθηκαν επαγγελματικά επειδή δεν υπέκυψαν. Όμως ας μην κρυβόμαστε, υπάρχουν και κάποιοι/ες που ενέδωσαν για λόγους φιλοδοξίας. Ωστόσο η δημοσιογραφία είναι μαραθώνιος και όχι 100άρι. Στο νήμα φθάνουν μόνο εκείνοι και εκείνες που αξίζουν, αρκεί να έχουν την δύναμη και την αποφασιστικότητα να προχωρήσουν χωρίς να συμβιβαστούν».

– Ζήσατε στο παρελθόν το σκληρό πρόσωπο της απόλυσης. Σε ποια κατάσταση βρίσκεται σήμερα ο χώρος της ενημέρωσης;

«Δεν έτυχε να απολυθώ, ωστόσο έζησα κάτι ακόμα χειρότερο, αν μπορώ να το πω. Η «Απογευματινή», η εφημερίδα στην οποία εργαζόμουν επί 20 χρόνια, έκλεισε χωρίς ποτέ να τεθεί σε εκκαθάριση και να αποζημιώσει το προσωπικό. Δεν απολυθήκαμε, άρα δεν δικαιούμασταν ούτε καν το επίδομα του ΟΑΕΔ, αφού στα χαρτιά φαινόμασταν εργαζόμενοι. Χάσαμε δεδουλευμένα και αποζημιώσεις μιας ζωής. Νομίζω πως ήταν το πρώτο «μνημονιακό» λουκέτο στο χώρο των μίντια που έκλεισε υπό αυτές τις συνθήκες. Ακολούθησαν πολλά δυστυχώς, όπως η Ελευθεροτυπία, ο Αδέσμευτος, το Alter κ.α.
«Σήμερα οι εκδοτικές επιχειρήσεις, προσπαθούν να συνέλθουν, να αντέξουν και να συνεχίσουν. Οι απώλειες είναι δεδομένες, τα οικονομικά δεδομένα έχουν αλλάξει και δυστυχώς ο κόσμος που αγοράζει εφημερίδες λιγοστεύει επικίνδυνα. Αλλά διατηρώ την αισιοδοξία μου. Οι εφημερίδες δεν είπαν ακόμα την τελευταία τους λέξη».

Το 2014 η Δέσποινα Κονταράκη συνελήφθη στο γραφείο της στην εφημερίδα μετά από μήνυση της Ραχήλ Μακρή για συκοφαντική δυσφήμηση, γεγονός που ξεσήκωσε τον ελληνικό δημοσιογραφικό κόσμο και την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων.

– Τι θα συνιστούσατε στα νέα παιδιά που θέλουν να ασχοληθούν με αυτό το επάγγελμα;

«Να καταλάβουν καλά που πάνε να μπλέξουν! Είναι σκληρό επάγγελμα με ατελείωτες ώρες εργασίες, χαμηλές αμοιβές και πολύ ανταγωνισμό. Χρειάζεται διαρκή εγρήγορση, συνεχή αυτοβελτίωση, πολύ διάβασμα και μεγάλη προσπάθεια για να παραμείνουν ακέραιοι άνθρωποι. Αν έχουν αυτό το «πακέτο» τότε θα δουν πως η δημοσιογραφία είναι το καλύτερο επάγγελμα του κόσμου».

– Αν διδάσκατε σε σχολή δημοσιογραφίας, ποιο θα ήταν το πρώτο μάθημα που θα παραδίδατε στους μελλοντικούς συναδέλφους σας;

«Να διαβάζουν εφημερίδες, ακόμα και τα μονόστηλα. Να διασταυρώνουν την είδηση από δύο πηγές, να μην παρασύρονται από τους τίτλους των σάιτς, να βγαίνουν στον δρόμο για ρεπορτάζ. Και να θυμούνται πως οι καλύτερες πηγές είναι οι άνθρωποι δίπλα στην είδηση: Οι σωφέρ, οι γραμματείς, οι κλητήρες, οι χαμηλόβαθμοι υπάλληλοι, ο περιπτεράς απέναντι από το σπίτι του υπουργού».

– Ο «Ελεύθερος Τύπος» έχει μια δεξιά πολιτική κατεύθυνση. Ποια τάση επικρατεί κατά τη γνώμη σας σε αυτό τον πολιτικό χώρο, η φιλελεύθερη ή η συντηρητική;

«Αν εννοείτε τον χώρο που παραδοσιακά κινείται η Νέα Δημοκρατία, τότε νομίζω πως επικρατεί η προοδευτικά φιλελεύθερη. Αυτό τουλάχιστον σηματοδοτεί η προεδρία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Συντηρητικά κομμάτια ωστόσο σαφώς και υπάρχουν. Είναι κάτι που κανένα μεγάλο κόμμα εξουσίας δεν μπορεί να αποφύγει -ούτε καν τα αριστερά κόμματα».

– Ποιο κομμάτι του «Ελεύθερου Τύπου» έχει μεγαλύτερη δύναμη το ηλεκτρονικό ή το έντυπο;

«Το έντυπο, παρόλο που το σάιτ απευθύνεται σε πολλαπλάσιους αναγνώστες. Οι εφημερίδες έχουν την πολυτέλεια να κρατούν ομπρέλα στην καταιγίδα της πληροφόρησης και των fake news. Επιλέγουν προσεκτικά τα γεγονότα που θα δημοσιεύσουν, τα πλαισιώνουν με αναλύσεις και άρθρα προσφέροντας στον αναγνώστη ουσιαστική ενημέρωση. Οπότε το περιεχόμενο τους, ακριβώς επειδή είναι διασταυρωμένο και δουλεμένο, έχει άλλη αξιοπιστία, εγκυρότητα και τελικά δύναμη. Ωστόσο, το σάιτ έχει πλεονεκτήματα που δεν μπορεί να τα ανταγωνιστεί το χαρτί: Γρήγορα αντανακλαστικά, μοντέρνα κάλυψη και διαδραστική επικοινωνία με τον αναγνώστη».

– Η έντυπη ενημέρωση τι μέλλον θα έχει κατά τη γνώμη σας;

«Θα είναι δύσκολα τα πράγματα, αλλά οι εφημερίδες θα επιβιώσουν. Όχι όλες βέβαια, αλλά θα επιβιώσουν. Αρκεί να σταματήσουν να ανταγωνίζονται το Ιντερνετ και να επιστρέψουν σε αυτό που ξέρουν να κάνουν καλά: Να λένε ιστορίες που αξίζουν να διαβαστούν. Να σέβονται τους αναγνώστες τους. Να μην τους θεωρούν δεδομένους. Και το κυριότερο, να επενδύουν στο δημοσιογραφικό δυναμικό».

– Βλέπετε τη Ν.Δ να προσπερνά αποτελεσματικά τα βαρίδια του παρελθόντος, πχ πελατοκρατία, διαφθορά;

«Με σιγουριά θα σας απαντήσω όταν θα γίνει κυβέρνηση, αφού η εξουσία είναι αυτή που διαφθείρει. Με τα μέχρι στιγμής δεδομένα πάντως θεωρώ, πως ναι. Οι εποχές έχουν αλλάξει και η λεγόμενη συντηρητική παράταξη έχει στους κόλπους της νέους ανθρώπους, με διαφορετικές αντιλήψεις και περισσότερες γνώσεις».

– Άλλοι καταγγέλλουν παλιά διαπλοκή και άλλη νέα. Τι από τα δύο ισχύει κατά την άποψη σας;

«Και τα δύο. Η παλιά διαπλοκή μάχεται την καινούρια και απλώς κάποιοι έχουν επιλέξει στρατόπεδα. Τα «βουβάλια μαλώνουν» σε έναν σκληρό αγώνα επιβίωσης. Όμως, όπως λέγαμε και προηγουμένως, οι εποχές έχουν αλλάξει και αυτό ισχύει και για τους πολίτες. Ο κόσμος πλέον είναι πιο ενημερωμένος, δεν καταπίνει εύκολα το σανό που του προσφέρουν οι διαπλεκόμενοι».

– Θεωρείτε έκπληξη την επιβίωση της συγκυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, εδώ και τρία χρόνια;

«Στην αρχή ναι, σκεφτόμουν πως είναι πολύ μεγάλες οι ιδεολογικές διαφορές τους για να μακροημερεύσουν. Τώρα όμως, δεν εκπλήσσομαι πλέον. Είναι σαφές πως ο ένας χρειάζεται τον άλλον, τουλάχιστον μέχρι τις εκλογές. Ο ΣΥΡΙΖΑ για να μην χάσει την πλειοψηφία στη Βουλή και οι ΑΝΕΛ για να μην εξαφανιστούν. Αλλά, όπως βλέπετε ήδη, ο ΣΥΡΙΖΑ σκέφτεται την επόμενη ημέρα και αναζητά νέες συνεργασίες «ψαρεύοντας» στα νερά της Κεντροαριστεράς».

– Παρακολουθείτε την πολιτική ζωή του Χαϊδαρίου;

«Αρκετά, αλλά όχι όσο θα ήθελα. Από αυτά που βλέπω και ακούω πάντως, νομίζω ότι έχει πολύ ενδιαφέρον η πολιτική ζωή της πόλης μας! Απ’ όλες τις απόψεις!»

– Κυκλοφορείτε στο Χαϊδάρι; Θα το αλλάζατε για άλλη περιοχή του Λεκανοπεδίου;

«Δεν θα άλλαζα ποτέ το Χαϊδάρι. Όχι μόνο επειδή είναι η πόλη που μεγάλωσα και εδώ ζουν οι καλύτεροί μου φίλοι, αλλά και επειδή είναι μια από τις ωραιότερες περιοχές του Λεκανοπεδίου. Το Χαιδάρι έχει ακόμα γειτονιές και ανθρώπους που ενδιαφέρονται για τον γείτονα τους».

– Ποια είναι κατά τη γνώμη σας τα τρία μεγαλύτερα προβλήματα της πόλης μας;

«Θα σας πω τέσσερα: Ο φωτισμός στις πλατείες, τα μέτρα ασφάλειας γύρω από τα σχολεία (δρόμοι ήπιας κυκλοφορίας, σημάνσεις κ.ά.), η συντήρηση των αθλητικών υποδομών και η στάθμευση».

– Διαβάζετε το «Χαϊδάρι Σήμερα»; Πώς το κρίνετε ως περιφερειακό Μέσο ενημέρωσης;

«Φυσικά το διαβάζω. Πολλές φορές άλλωστε «ταράζει τα νερά» με τα θέματα που αποκαλύπτει. Το προτέρημά του είναι ότι προσφέρει πολύ καλή ενημέρωση για όλα αυτά που συμβαίνουν στο Χαϊδάρι και γύρω από αυτό, ταυτόχρονα με την «ματιά» που ρίχνει σε θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος. Μου αρέσει γιατί έχει άποψη και δεν φοβάται να την δείξει. Συνεχίστε την καλή δουλειά!».

Γιώργος Παπαπαναγιώτου