Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα (2018) του αμερικανικού Pew Research Center, το 76% των Ελλήνων θεωρεί τη θρησκεία βασικό στοιχείο της εθνικής μας ταυτότητας, ενώ το 85% θεωρεί ως το πλέον κρίσιμο στοιχείο την κοινή καταγωγή. Πρόκειται για πεποιθήσεις που ασφαλώς αντανακλούν την όψη της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας: το γεγονός ότι από εθνοτική άποψη, η Ελλάδα είναι σήμερα ένα από τα πιο ομοιογενή κράτη της υφηλίου.

Πράγματι, περί το 97% του πληθυσμού έχουμε πλέον ως μητρική μας γλώσσα την ελληνική, περί το 90% δηλώνουμε χριστιανοί ορθόδοξοι (έστω κι αν δεν είμαστε θρησκευόμενοι) και ένα αδιευκρίνιστο μα ως φαίνεται διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό από τους σύγχρονους Έλληνες, πιστεύουμε ακράδαντα πως φέρουμε στα κύτταρά τους τα γονίδια του Περικλή και της Ασπασίας – συγχέουμε, δηλαδή, το έθνος με τη φυλή.

Η σύγχρονη αυτή πραγματικότητα, ωστόσο, προβάλλεται ακολούθως αναχρονιστικά στο παρελθόν. Λιγοστοί πλέον Έλληνες, ίσως οι πλέον φιλίστορες, γνωρίζουν πόσο σύνθετες ήταν από εθνοτική άποψη όλες σχεδόν οι επαρχίες της χώρας ως τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους και όλες οι βόρειες περιφέρειες ως το 1922 και την ανταλλαγή των πληθυσμών – κι ακόμα αργότερα ως το τέλος του Εμφυλίου.

Οι περισσότεροι επίσης δεν γνωρίζουμε πως και οι εθνικές ταυτότητες δεν ήταν πάντοτε τόσο συνεκτικές, ούτε τόσο συμπαγείς όσο φαντάζουν σήμερα και, άρα, δεν ήταν διαχρονικές. Παρότι, για παράδειγμα, η σχολική μας Ιστορία αφιερώνει μεγάλο μέρος της στην Επανάσταση του 1821, παρότι περιγράφει πολλές από τις μάχες που δόθηκαν και πολλούς από τους ήρωες που διακρίθηκαν στον Αγώνα, δεν μας λέει κάτι ουσιώδες και κρίσιμο για την αυτογνωσία μας:  Πως η Επανάσταση ήταν σημαντική, όχι μόνο διότι με αυτή κατακτήσαμε την πολιτική μας αυτονομία – αποκτήσαμε κράτος – αλλά επίσης διότι δι’ αυτής συγκροτήσαμε συντελεσμένο έθνος (όπως θα έλεγε ο διαπρεπής ιστορικός μας Νίκος Σβορώνος), αφού ακριβώς τότε δρομολογήθηκε η ώσμωση των ποικίλων «εθνοπολιτισμικών ομάδων» και μορφοποιήθηκε ο πυρήνας της σύγχρονης εθνικής μας ταυτότητας.

Πράγματι, στη διάρκεια της Επανάστασης, τρεις τουλάχιστον από τις προγενέστερες εθνοπολιτισμικές ομάδες που κατοικούσαν στη νότιο βαλκανική συνομολόγησαν την πρόθεσή τους να πορευτούν μαζί. Τότε, μέσα στο καμίνι του Αγώνα, οι ελληνόφωνοι Ρωμιοί, οι αλβανόφωνοι Αρβανίτες και οι λατινόφωνοι Βλάχοι επέλεξαν να αγωνιστούν από κοινού –με τα όπλα των αρματωλών, με το χρήμα των εμπόρων, με τις ιδέες των λογίων – και επιλέγοντάς το, μεταμορφώθηκαν όλοι τους σε Έλληνες.

  • “Οι εθνικές ταυτότητες δεν ενοικούν στα γονίδια · συγκροτούνται ιστορικά και διαμορφώνονται σε κρίσιμες περιόδους, όπως η Επανάσταση του ’21.”

Το σχολείο δεν μας εξοικειώνει νωρίς με την ιδέα ότι οι εθνικές ταυτότητες δεν ενοικούν στα γονίδια, αλλά ότι συγκροτούνται ιστορικά, διαμορφώνονται σε κρίσιμες περιόδους, όπως η Επανάσταση του 21, οι οποίες λειτουργούν ως τομές στην ιστορία, κι ύστερα από αυτές τίποτε δεν είναι ίδιο με πριν, ούτε η γεωγραφία, ούτε η πολιτεία, ούτε η κοινωνία, ούτε η κυρίαρχη ιδεολογία, ούτε, συνακόλουθα, οι συνειδήσεις των ανθρώπων.

Όταν αντιθέτως οι άνθρωποι ζουν μέσα σε μακραίωνες συνέχειες, όταν οι ωσμώσεις είναι καθημερινές και ανεπαίσθητες, τότε παράγονται υβριδικές κουλτούρες, εξόχως ενδιαφέρουσες κι αυτές και απολύτως φυσιολογικές για την εποχή τους, άσχετα που σήμερα τ’ απομεινάρια τους μας ξενίζουν και προσπαθούμε να τα συμμαζέψουμε, να τα στριμώξουμε για να χωρέσουν στον εθνικό κανόνα.

Στη σκέψη μας, συνεπώς, έχουν διαμορφωθεί ορισμένες ιστορικές παραδοχές από τη μακρά θητεία μας στο σχολείο και τις διδακτικές του πρακτικές. Δεν αναφέρομαι σε συγκεκριμένες ιστορικές γνώσεις, αλλά σε δομές πρόσληψης, εν πολλοίς άρρητες και ασύνειδες. Ακολούθως, ως πολίτες, εκτιθέμεθα ασφαλώς σε ποικίλες ιστορικές πληροφορίες ή επιχειρήματα που κυκλοφορούν ποικιλότροπα και ανοργάνωτα στη δημόσια σφαίρα.

Από αυτές όμως υιοθετούνται και σε κάποιο βαθμό συγκρατούνται, προνομιακά όσες ταιριάζουν με εκείνα τα αρχικά σχήματα που κρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια των μαθητικών μας χρόνων. Όσες αντιθέτως αντιστρατεύονται ευθέως ή υπονομεύουν εμμέσως τα εν λόγω σχήματα, στην καλύτερη περίπτωση αγνοούνται, υπό την έννοια πως γλιστράνε και χάνονται καθώς δεν βρίσκουν που να ακουμπήσουν, και στην χειρότερη κατανοούνται λειψά και στρεβλά, έτσι που πιο πιθανό είναι να εκβάλλουν σε θυμό και λοιδορία παρά σε κριτικό αναστοχασμό.

Τα κρυσταλλωμένα νοητικά σχήματα για το παρελθόν οφείλουν αρκετά και στη δημόσια ιστορία. Ίσως όχι τόσα όσα στη σχολική ιστορία, αλλά σίγουρα περισσότερα απ’ όσα νομίζουμε. Και αυτό δεν ισχύει μόνο για τις εκδοχές της δημόσιας ιστορίας που απευθύνονται στους πολλούς, αλλά και για τις εκδοχές της υψηλής τέχνης και διανόησης, καθώς αυτές (ας μην το ξεχνάμε) είναι εκείνες που κυρίως διαμορφώνουν τους διαμορφωτές γνώμης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ελαιογραφία που φιλοτέχνησε στα ύστερά του, το 1977, ο υπερρεαλιστής ποιητής, ζωγράφος και σκηνογράφος Νίκος Εγγονόπουλος δίνοντάς του τον τίτλο: «Οι δύο Μακεδόνες. Μέγας Αλέξανδρος και Παύλος Μελάς», η οποία έζησε μια δεύτερη ζωή ως ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα κατά τη διάρκεια της προπέρσινης αντιπαράθεσης για το μακεδονικό ζήτημα. Η ελαιογραφία του Εγγονόπουλου αποτελεί μία από πολλές και πολλαπλές αισθητικές μετουσιώσεις της διαχρονικότητας του ελληνικού έθνους, στις οποίες μας έχει συνηθίσει η πολυθρύλητη «γενιά του τριάντα». Όλες αυτές, ακριβώς όπως η ιστορία του Παπαρρηγόπουλου, η λαογραφία του Πολίτη ή η ποίηση του Παλαμά, εξηγούν τη δυσκολία μας ως εθνική κοινότητα, να αποδεχθούμε γεωστρατηγικές κινήσεις που συνομιλούν με την ιστορία, όπως η πρόσφατη Συμφωνία των Πρεσπών.

Όσοι συμμετείχαν την άνοιξη του 2018 στα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό δεν ήταν ιστορικά αναλφάβητοι, όπως συχνά λοιδορήθηκαν, όχι τουλάχιστον περισσότερο απ’ όσους επαίρονται για την ευρεία καλλιέργειά τους. Απλώς, μια συγκεκριμένη ιστορική κουλτούρα διαχέεται και διαποτίζει το βλέμμα όλων μας, ανεξάρτητα από την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκουμε ή το μορφωτικό μας επίπεδο.

Διότι είναι κουλτούρα ηγεμονική. Κατέστη ηγεμονική, καθώς καλλιεργήθηκε επί μακρόν συστηματικά και δομήθηκε σε συνεκτικό και ελκυστικό αφήγημα από πολλούς σημαντικούς των γραμμάτων και της τέχνης που πέρασαν από αυτή εδώ τη χώρα: Από ιστορικούς ολκής, από πρωτοπόρους λαογράφους, κορυφαίους ποιητές και εξαίρετους τεχνίτες του λόγου και του καμβά – η ελαιογραφία του Εγγονόπουλου δεν απευθύνεται στο πλατύ κοινό, στοχεύει καταφανώς σε πεπαιδευμένους.

  • “Μας φαίνεται απολύτως λογικό όταν ανακύπτει ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα στη δημόσια σφαίρα, να προτάσσουμε τα αρχαία μας διαπιστευτήρια.”

Μέσα από αυτά τα μορφωτικά φίλτρα, που κατασκευάζονταν διαρκώς από την εγχώρια υψηλή διανόηση επί έναν τουλάχιστον αιώνα (από τα μέσα του 19ου ως τα τέλη της δεκαετίας του 1970), οι περισσότεροι Έλληνες μάθαμε να βλέπουμε την ιστορία μας ως ένα αδιατάρακτο συνεχές, που αρχίζει από τη μυκηναϊκή περίοδο – κι ακόμη νωρίτερα, από τη μινωική Κρήτη – και συνεχίζεται ως τις ημέρες μας.

Έτσι, μας φαίνεται απολύτως λογικό όταν ανακύπτει ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα στη δημόσια σφαίρα, όπως η σύγχρονη διπλωματική διαμάχη για το μακεδονικό, να προτάσσουμε τα αρχαία μας διαπιστευτήρια, εν προκειμένω τους βασιλιάδες της αρχαίας Μακεδονίας, τον Φίλιππο και τον Μέγα Αλέξανδρο, ως εάν να μην μεσολάβησαν δύο και πλέον χιλιετίες από την εποχή τους, στη διάρκεια των οποίων τρεις αιωνόβιες αυτοκρατορίες ήλθαν και παρήλθαν, κι ακολούθως αστικές και εθνικές επαναστάσεις παρήγαγαν ένα νέο, ριζικά διαφορετικό κόσμο.

Καθιστώντας την ιστορία δοξαστική τελετουργία ενός διαχρονικού και αναλλοίωτου έθνους, χάνουμε την ίδια την ουσία της ιστορίας, που έχει βέβαια συνέχειες μα έχει και τομές. Όσο παγιωμένες κι αν είναι ορισμένες δομές, στον μακρύ χρόνο είναι η αλλαγή και η κίνηση που υπερισχύουν. Εάν η ιστορική μας παιδεία ήταν συμβατή με τις κατακτήσεις της ιστορικής επιστήμης, θα γνωρίζαμε πως η σύγχρονη συζήτηση για τη Μακεδονία δεν σχετίζεται κατ’ ελάχιστο με την κληρονομιά της αρχαιότητας, αλλά με τις συγκρούσεις και τα διακυβεύματα που ανέκυψαν στο γύρισμα του 19ου αιώνα προς τον 20ό.

Ώς τότε, ώς τα τέλη του 19ου αιώνα, κανείς δεν θεωρούσε πως υφίσταται μακεδονικό ζήτημα, όπως κανείς δεν θεωρεί σήμερα πως έχουμε δικαιώματα στη νότιο Ιταλία επειδή άνθισε εκεί δυόμισι χιλιάδες χρόνια νωρίτερα η Μεγάλη Ελλάδα.

“Τα προϊόντα της τέχνης συνομιλούν κι αυτά με την εποχή τους, ίσως με πιο υπόγειους και αδιόρατους τρόπους απ’ ότι άλλες μορφές της ανθρώπινης δημιουργίας.”

Θα μπορούσαμε, στο σημείο αυτό, να θέσουμε το ερώτημα για τις ιδεολογικές ανάγκες που ώθησαν τον Εγγονόπουλο σε αυτή του τη σύνθεση. Διότι, βέβαια, τα προϊόντα της τέχνης συνομιλούν κι αυτά με την εποχή τους, ίσως με πιο υπόγειους και αδιόρατους τρόπους απ’ ότι άλλες μορφές της ανθρώπινης δημιουργίας, μα κι αυτά με την ανάσα του κόσμου τους πλάθονται.

Ωστόσο, κάτι τέτοιο θα εξέβαλε σε μια ανατομία της Μεταπολίτευσης και των διανοητικών της στοιχημάτων. Σήμερα, εδώ, αρκεί ίσως μια προτροπή: Ας αφεθούμε, στην αισθητική απόλαυση των έργων της τέχνης, έχοντας όμως επίγνωση της ιστορικότητάς τους.

Ο Χάρης Αθανασιάδης είναι καθηγητής στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και διευθυντής του μεταπτυχιακού προγράμματος «Δημόσια Ιστορία» στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στην Ιστορία της Εκπαίδευσης και τη Δημόσια Ιστορία. Μελέτες του έχουν δημοσιευθεί σε βιβλία, συλλογικούς τόμους και επιστημονικά περιοδικά στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.