Χαλυβουργική. Ρύπανση, υπερωρίες, αγορές, αυτοκίνητα, σπίτια, προίκες, ατυχήματα, προκοπή, θάνατοι... Όλα μαζί ένα χαρμάνι
Giannis Timotheou

Ήμουν πάντα περίεργος και θαύμαζα τα μεγάλα και σύνθετα κατασκευάσματα.
Αυτή η περιέργεια ήταν, που με οδήγησε κοντά στις Υψικαμίνους, στην πρώτη μου βόλτα μια Κυριακή απομεσήμερο, όταν εγκαταστάθηκα σαν εσωτερικός οικονομικός μετανάστης στην Ελευσίνα, το 1975.
Περπατώντας, έφτασα στην μεγάλη στροφή της Εθνικής, εκεί πάνω από το Παγοποιείο. Για να έχω από το ψήλωμα εκείνου του σημείου, καλύτερη θέα των τεράστιων εγκαταστάσεων της Χαλυβουργικής. Κι απόμεινα εκεί, να χαζεύω καπνούς, φωτιές, θορύβους κι εγκαταστάσεις.

Λίγα χρόνια πριν, την πρώτη φορά που ήρθα στην Αθήνα με τον ξάδερφο τον Άκη και την “Κατερπίλα”, είχα ζυγώσει στην Α’ πύλη με τη βαρύγδουπη επιγραφή της “Συγκρότημα Υψικαμίνων”. Έχω γράψει σχετικά για αυτό: https://www.facebook.com/giannis.timotheou.3/posts/10214122061339543
Πέντε χρόνια μετά τη δεύτερη -οπτική- επαφή με την τεράστια φάμπρικα, διάβηκα την πύλη της σαν εργαζόμενος. Από την πρώτη στιγμή που βρέθηκα στην εργατούπολη ήθελα σε ένα τέτοιο εργοστάσιο να δουλέψω. Θεωρούσα ότι τέτοιου μεγέθους εγκαταστάσεις ήταν τα καλύτερα σχολεία για την τεχνική. Βγήκα οριστικά, μετά από περισσότερα από τρεις δεκάδες χρόνια. Παιχνίδια της ζωής θα πείτε κάποιοι. Μοιραία. Ίσως..

Σχόλαγε η νυχτερινή βάρδια και ανηφόριζε ο κόσμος προς τις πύλες. Εγώ κατηφόριζα για το πρώτο μεροκάματο στο ηλεκτροστάσιο της Θερμής Έλασης, στην ASEA. Εντυπωσιάστηκα. Ήταν μεγάλη η έκπληξή μου από τον όγκο των εργαζομένων που άλλαζαν βάρδια ανηφοροκατηφορίζοντας. Είχε τότε η “Χαλυβούργα” γύρω στους 3.500 εργαζόμενους. Λαός!!

Υψικάμινοι, Κωκερία, Οξυγόνο, Λιμάνι, Ελασματουργείο, Χαλυβουργείο, Κλίβανοι, Παραγωγή Σιδήρου. Μια πολιτεία ολάκερη “ο Αγγελόπουλος” που έσφυζε από ζωή, που έβγαζε πλούτο, ζούσε χιλιάδες οικογένειες, ρύπαινε ασύστολα και “έχτιζε” με το ατσάλι της τη μεταπολεμική Ελλάδα.

Θυμάμαι κάποια καλοκαιρινά βράδια, στη μικρή αυλή του φτωχόσπιτου που έμενα. Έβραζε ο τόπος από την Ελευσινιώτικη ζέστη, έλιωνα… Κι είχε κάπου δίπλα σε μια άλλη αυλή, ένα νυχτολούλουδο που ‘χε βαλθεί θαρρείς να με τρελάνει με το βαρύ ναρκωτικό άρωμά του. Το σκηνικό της ψυχεδέλειας, συμπλήρωνε η κυματιστή αναλαμπή της κιτρινοκόκκινης φλόγας του “Αγγελόπουλου”. Ξάπλωνα με το παράθυρο ανοιχτό από τη ζέστη κι η αναλαμπή χόρευε στον τοίχο απέναντί μου. Αργά τη νύχτα, σαν καταλάγιαζαν οι θόρυβοι της πόλης κι ησύχαζε ο τόπος, ακουγόταν κατά διαστήματα σαν μακρόσυρτη κανονιά, το ξεφύσημα της ανακούφισης από τη μονάδα του οξυγόνου της φάμπρικας.

–Θέλω ψυγείο, πλυντήριο και κουζίνα.
–Έχεις κάτι στο μυαλό σου ?
–Αυτά..
Και έδειξα στον μακαρίτη τον κυρ-Νίκο τον Κυριάκο, τον Μπούμπερη, κάτι φυλλάδια με συσκευές της Siemens. Μέ κοίταξε καλά καλά..
–Ξέρεις τι είναι αυτά που ζητάς ? Κάτσε να σου πώ πρώτα πόσο κάνουν..
Κόστιζαν το 1981, κοντά 70.000 δραχμές, αν θυμάμαι καλά. Κι έπαιρνα μηνιάτικο 25.000 με υπερωρίες.
— Ωραία… Θα τα πάρω.
— Κάτσε ρε παλικάρι. Είναι πολλά τα λεφτά. Έχει κι άλλα, καλά και φθηνότερα..
Δεν του γέμιζα το μάτι του κυρ-Νίκου. Λίγο το νεαρό της ηλικίας, λίγο το ακριβό μου γούστο..προσπαθούσε να με αποτρέψει. Επέμενα.
–Και δε μου λες ? Που δουλεύεις ?
–Στον Αγγελόπουλο.
–Αααα… εντάξει τότε. Πάρτα και φύγε.

Αγγελόπουλος, Λάτσης, Τιτάν, Ναυπηγεία… Εγγύηση. “Τα έπαιρνες κι έφευγες”.
Μια πόλη ολόκληρη -κι όχι μόνο- ζούσε απ’ αυτά τα μεγάλα μαγαζιά. Ρύπανση, υπερωρίες, αγορές, αυτοκίνητα, σπίτια, προίκες, ατυχήματα, προκοπή, θάνατοι… Όλα μαζί ένα χαρμάνι, μια ιστορία, ένας χορός με χιλιάδες “χορευτές” που έφταναν οι περισσότεροι ακόμη κι απ’ τις εσχατιές της χώρας και ρίζωναν εδώ.
Έχω σκεφτεί πολλές φορές να γράψω -για πάρτυ μου να το κάνω- όσα θυμάμαι από όλα αυτά τα χρόνια που δούλεψα στη Χαλυβουργική. Όλο το αναβάλλω. Μάλλον δεν ξέρω από που και πως ν΄αρχίσω. Ίσως κάποια στιγμή το επιχειρήσω.

Χθες το πρωί πέρασα έξω από τo εργοστάσιο, πηγαίνοντας προς Αθήνα. Σκοτάδι. Κατάλαβα αμέσως. Και ένοιωσα μεγάλη στενοχώρια. Μοιράστηκε το μυαλό μου σε πολλά. Έσπασε η σκέψη μου σε κομμάτια νοσταλγίας, λύπης, απορίας, θυμού και συγκίνησης. Μπορεί και να με κοροιδέψει κάποιος για όλα αυτά που γράφω. Όμως, τη δική μου ζωή, σ’ αυτό το μαγαζί την έστησα με όλα τα καλά και τα κακά που μου’ τυχαν. Κι ένα πράγμα δεν υπήρξα ποτέ. Αχάριστος. Κάποιοι από σας που με διαβάζετε τώρα, ξέρετε και καταλαβαίνετε τι εννοώ.

Γράφονται, ακούγονται και λέγονται πολλά. Από αυτούς που ξέρουν, από άλλους που νομίζουν ότι ξέρουν, κι από κάποιους που δεν ξέρουν. Προσωπικά, γνωρίζω τα λιγότερα. Κι ούτε γράφω τώρα, για να πω τι έφταιξε, ποιος φταίει, τι δεν έγινε σωστά, τι θα γίνει, τι εξέλιξη θα υπάρξει. Οι καιροί είναι δύσκολοι. Δεν ήταν πάντα έτσι. Κι όπως έγραψε αλλού ο φίλος ο Denis Green “ένα φέρετρο θέλει πολλά καρφιά για να κλείσει”. Δεν είναι αυτή η ανάρτηση που θα ρίξει φως στα γεγονότα.

Ένα ρέκβιεμ είναι αυτά που γράφω απόψε. Όχι τόσο για τη Χαλυβουργική όσο για τις μνήμες μου μ’ αυτήν.
Μεγάλα πράγματα, που γι αυτά δεν έχω τις γνώσεις και την πληροφόρηση- πως θα μπορούσα άλλωστε ? Όμως, προσπαθώ να μπω στο κεφάλι και στα συναισθήματα ενός οποιουδήποτε συνάδελφου που βρίσκεται ακόμη εκεί. Κι είναι τόσο άσχημο, αγχωτικό και λυπηρό συνάμα αυτό που μου γεννιέται, κι ας ξέρω ότι τώρα αυτοί οι 170 “τραβούν το κάρο”. Είχα την τύχη όλα τα χρόνια που δούλεψα και αλλού και στη Χαλυβουργική, να μη γνωρίσω τι θα πεί ανεργία. Η λέξη και η προοπτική της πάντα με τρόμαζαν. Κι “όταν στο βάλτο τσακώνονται τα βουβάλια, την πληρώνουν τα βατράχια”. Νομοτέλεια.

Ξεκίνησα να γράψω πολλά. Δεν μου βγήκαν. Στέρεψα.
Θέλω να πιστεύω ότι όλη αυτή η μεγάλη βιομηχανική ιστορία-κοντά ενός αιώνα- δεν θα ξεπνοήσει έτσι..άδικα, λυπηρά, κυριολεκτικά μέσα στο σκοτάδι.
Κι έρχονται γιορτές. Τι να πω? Σ αυτούς που έμειναν και υποφέρουν και σ’ όλους εμάς που φύγαμε? Τίποτα δεν μου βγαίνει να πω…Μόνο ένας κόμπος στο λαιμό κι ένα σφίξιμο. Αλλά αυτά δεν γράφονται. Δυστυχώς, μόνο νιώθονται.