Μάριος Λιακόπουλος: Απαλλάχτηκε από το κακούργημα, καταδικάστηκε για πλημμέλημα

Σήμερα, έξω από το δικαστήριο, με τον δικηγόρο του Μιχάλη Ζαφειρόπουλο.

Σε συνολική ποινή
φυλάκισης τεσσάρων ετών και χρηματική
ποινή 50.000 ευρώ καταδικάστηκε ο πρώην
αντιδήμαρχος Μάριος Λιακόπουλος. Η
ποινή του έχει τριετή αναστολή και η
έφεση του έχει ανασταλτικό χαρακτήρα.
Ο κ. Λιακόπουλος μετά το άκουσμα της
απόφασης (παρά την εισήγηση της εισαγγελέως
για αθώωση λόγω ισχυρών αμφιβολιών από
όλες τις κατηγορίες που τον βαρύνουν),
άσκησε έφεση και αφέθηκε ελεύθερος.

Ρεπορτάζ: Γιώργος Παπαπαναγιώτου
Ξεκίνησε σήμερα νωρίς
το πρωί στο Έ Εφετείο Κακουργημάτων
Αθήνας το δεύτετο μέρος της δίκης του Μάριου
Λιακόπουλου, που είχε διακοπεί στις 21
Μαρτίου με την ολοκλήρωση των καταθέσεων
των μαρτύρων κατηγορίας Θανάση Μαραβίτσα
και Στέλιου Παρθενόπουλου. Υπενθυμίζουμε
ότι ο κ. Λιακόπουλος συνελήφθη τον
περασμένο Ιούλιο μετά από καταγγελία,
έξω από την καντίνα του Θανάση Μαραβίτσα
στην περιοχή του Διομήδειου Κήπου, για
χρηματισμό, από τμήμα Εσωτερικών Υποθέσεων της Αστυνομίας. Στο όχημα του βρέθηκαν 1.000
ευρώ σε προσημειωμένα χαρτονομίσματα.
Πρώτος κλήθηκε να καταθέσει (ύστερα από πρόσκληση των
δικαστικών αρχών), ο γενικός γραμματέας
του Δήμου Παναγιώτης Γρηγοράκος. Ο κ.
Γρηγοράκος είπε πως αμέσως μετά το
συμβάν του Ιουλίου τον κάλεσε το τμήμα
Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής
Αστυνομίας να ανοίξει το γραφείο του
πρώην αντιδημάρχου για έλεγχο. Οι
αστυνομικοί αφού έλεγξαν το χώρο, έγραψαν
έκθεση και δεν βρήκαν τίποτα το ύποπτο.
Διευκρίνισε ακόμα ποια δικαιολογητικά
χρειάζονται για να ξεκινήσει τη λειτουργία
της μια καντίνα και για ποιο λόγο
σφραγίστηκαν οι καντίνες των ανωτέρω
μηνυτών του Λιακόπουλου.
Οι καταθέσεις των
μαρτύρων υπεράσπισης
Ο κ. Κώστας Αθανασόπουλος
που διατηρεί καντίνα στην λεωφόρο
Καβάλας εδώ και δύο χρόνια, είπε πως δεν
είχε κανένα πρόβλημα με το Δήμο. Οι
αντιδήμαρχοι Ελένη Καμπόλη και Μάριος
Λιακόπουλος τον βοήθησαν να είναι
νόμιμος και ποτέ δεν του ζήτησαν χρήματα.
Ο ίδιος ισχυρίζεται πως οι καντίνες δεν
έχουν πολλή δουλειά και ο ίδιος εργάζεται
αλλού το πρωί, για να συμπληρώσει
μηνιάτικο. «Δεν έχουν 5.000 οι καντίνες
για να τα δώσουν σε κάποιον, ακόμα και
αν τους τα ζητήσει», είπε ο Αθανασόπουλος.
Ο κ. Τάσος Μουτζούρης, ιδιωτικός υπάλληλος, ανέφερε πως λίγες
μέρες πριν το συμβάν βρισκόταν στο
γραφείο του τότε αντιδημάρχου οικονομικών
για προσωπική του υπόθεση. Εκεί είδε
τον Παρθενόπουλο να φωνάζει, να βρίζει
και να απειλεί τη δημοτική αρχή.
Ο δημοτικός υπάλληλος
στο Τμήμα Εσόδων, κ. Χρήστος Μπενέκος, είπε
πως ο Παρθενόπουλος δεν είχε τις
προϋποθέσεις για να λειτουργήσει την
καντίνα του και για αυτό το λόγο έλαβαν
εντολή από το Υγειονομικό να σφραγιστεί.
Εκείνος όμως τους απειλούσε για άδεια,
ακόμα και ψεύτικη. Απαντώντας σε
ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης, είπε
πως η συγκεκριμένη καντίνα σφραγίστηκε
τουλάχιστον τρεις φορές και ποτέ δεν
ακούστηκε ότι ο Λιακόπουλος ζητάει
λεφτά. Σε ό,τι αφορά την καντίνα Μαραβίτσα
είπε πως επί επτά μήνες δεν προσκόμιζε
τα δικαιολογητικά που απαιτούνταν για
την άδεια και πως ρεύμα έπαιρνε παράνομα.
Στη συνέχεια αναγνώστηκαν
από την έδρα μια σειρά παραστατικών της
δικογραφίας. Μεταξύ αυτών οι τραπεζικοί
λογαριασμοί του Λιακόπουλου, η άρση του
τηλεφωνικού απορρήτου, οι σφραγίσεις
και οι μηνύσεις στις παράνομες καντίνες.
Ακόμα διαβάστηκε έγγραφο προς την
εισαγγελία, του διευθυντή του Δήμου
Επαμεινώνδα Σταμάτη (ημερομηνία
24/12/2013), που ζητούσε την προστασία από
τις απειλές του Παρθενόπουλου, προς
αυτόν και την οικογένεια του.
Ο δήμαρχος κ. Δημήτρης
Μαραβέλιας ξεκίνησε την κατάθεσή του
λέγοντας πως έμαθε για τη σύλληψη του
συνεργάτη του, ενώ βρισκόταν σε διακοπές.
Ο ίδιος ανέλαβε τις αρμοδιότητες που
είχε μέχρι τότε ο Λιακόπουλος. Είπε πως
γνώριζε ότι οι συγκεκριμένες καντίνες
σφραγίστηκαν σε μια περίοδο που είχε
καταργηθεί η Δημοτική Αστυνομία. Ακόμα
τόνισε πως είναι γνωστή η προσωπικότητα
Παρθενόπουλου, που με ιδιαίτερο τρόπο
και συμπεριφορά απειλούσε στο Δήμο.
«Είμαι υπέρ της κατάργησης των καντινών»,
τόνισε ο δήμαρχος και συμπλήρωσε
λέγοντας πως ο Παρθενόπουλος κατηγορεί
τη δημοτική αρχή δημόσια ως μαφία,
γεγονός που τους έκανα να φτάσουν ακόμα
και σε κόντρα με τον Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης. Κλείνοντας, είπε πως –μετά
το συμβάν- στο Δημοτικό Συμβούλιο καμία
παράταξη δεν είχε κάτι με το Λιακόπουλο,
αλλά με τη διαδικασία.
Ακολούθησε η κατάθεση
του κ. Χρήστου Γιαννίμπα, που είχε την
καντίνα απέναντι από το Διομήδειο Κήπο,
πριν περάσει στα χέρια του Μαραβίτσα.
Είπε πως ποτέ δεν είχε πρόβλημα
με το Δήμο και την Αστυνομία. Γνώρισε
τον Μαραβίτσα μέσω τρίτου προσώπου, σε
μια εποχή που είχε χρεοκοπήσει, ως πλασιέ
κοσμημάτων. Ο ίδιος, λόγω προβλημάτων
υγείας θα έφευγε για το χωριό του και
συμφωνήσαν να τη λειτουργήσει ο
Μαραβίτσας, δίνοντάς του ένα τίμημα.
Αργότερα προσπάθησε να την πάρει στο
όνομά του. Ανέφερε πως όταν έμαθε για
την καταγγελία ρώτησε τον Μαραβίστα
γιατί την έκανε και του απάντησε πως ο
Λιακόπουλος του καθυστερούσε τα χαρτιά
και υπέθεσε πως ήθελε λεφτά. Ρωτώντας
τον αν του ζήτησε, του είπε όχι. Παρόλα
αυτά, ο Μαραβίτσας είχε ένα γνωστό του
πρόσωπο στη ΓΑΔΑ, στο οποίο απευθύνθηκε, και αυτός με τη σειρά του τον παρέπεμψε
στο Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ και
όχι στο τμήμα εκβίασης.
Η δημοτική σύμβουλος κ. Δήμητρα Χατζή – Πανταζοπούλου επικαλέστηκε
την ιδιότητά της ως προέδρου του Ομίλου
Αντισφαίρισης Χαϊδαρίου. Περιέγραψε
πως η καντίνα του Μαραβίτσα ήταν δίπλα
στα γήπεδα τένις και εκείνος την
παρακάλεσε να τον βοηθήσει να πάρει
άδεια. Η ίδια τον σύστησε στο Λιακόπουλο, θεωρώντας πως είναι καθαρή η καντίνα
του και πως φωτίζεται το βράδυ η απόμερη
αυτή περιοχή. Της τηλεφώνησε δυο μέρες
πριν το συμβάν και της είπε πως δεν τον
βοηθάει ο Λιακόπουλος, ενώ δεν είχε
καταθέσει τα χαρτιά. Δεν της κατήγγειλε
όμως ότι της ζητάει χρήματα. «Έπεσα από
τα σύννεφα όταν έμαθα πως συνελήφθη.
Ξέρω ποιος είναι ο Μάριος», κατέληξε η
κ. Χατζή.
Τελευταίος κατέθεσε ο
ψυχολόγος – προϊστάμενος της κοινωνικής
υπηρεσίας του Δήμου, κ. Μιχάλης Κοκκάρας.
Είπε πως γνωρίζει την περίπτωση
Παρθενόπουλου από το 1991. Μεταξύ αυτών
ανέφερε πως ο συγκεκριμένος λειτουργούσε
πιεστικά και στο παρελθόν και έπιασε
αυθαίρετα ένα εγκαταλειμμένο σπίτι.
Ακόμα μίλησε για την κατάσταση που
βιώνει η οικογένεια του, την οποία
«εποπτεύει» η κοινωνική υπηρεσία.
«Προσωπική μου εκτίμηση είναι πως
πίστευε πως με την καταγγελία του, θα
κέρδιζε το παιχνίδι», είπε ο κ. Κοκάρας.
Η απολογία Λιακόπουλου
Στην απολογία του ο
κατηγορούμενος είπε πως μια βδομάδα
πριν το συμβάν ενημέρωσε τηλεφωνικώς
τον Μαραβίστα ότι είχε εκπνεύσει η
προθεσμία υποβολής των δικαιολογητικών
για έκδοση αδείας και ότι είχαν περάσει
έξι μήνες από την ημερομηνία αίτησης.
Μετά από τηλεφώνημα που του έκανε ο
Λιακόπουλος, του είπε πως θα περάσει,
πράγμα που συνήθιζε να κάνει σε όλα τα
καταστήματα της πόλης, ως αντιδήμαρχος.
Στη συνάντηση τον ενημέρωσε πως του
έχουν κάνει καταγγελία για ρευματοκλοπή.
Ο Μαραβίτσας του υποσχέθηκε πως θα φέρει
γεννήτρια και να περάσει να τη δει. Όταν
ξαναπήγε, προκειμένου να τη δει, του είπε
πως ο φίλος του είχε πρόβλημα και γι’ αυτό δεν πήρε τη γεννήτρια. Τότε κατάλαβε
πως τον κοροϊδεύει. Απαντώντας σε
σχετικές ερωτήσεις είπε πως πήγε να δει
αν συμμορφώνεται και ότι τον κάλεσε να
γνωρίσει το γιο του, που ήθελε να μεταφέρει
την άδεια στο όνομα του. Για το επίμαχο
σακουλάκι με τα χρήματα,  που βρέθηκε
στο κάθισμα του συνοδηγού, ισχυρίστηκε
πως δεν το είδε γιατί ήταν πολύ μικρό
και πως όταν οδηγάμε δεν μπορούμε να
κοιτάμε σε αυτή την πλευρά. Για τον
Παρθενόπουλο ανέφερε πως εισηγήθηκε
την άρση της αδείας της καντίνας του το
2012, γιατί δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις
και ότι λίγο καιρό πριν το συμβάν τον
απειλούσε να τον σκοτώσει. Ο κ. Λιακόπουλος
είπε πως περιουσιακό στοιχείο
έχει ένα σπίτι που αγόρασαν με δάνειο
και το ξεπληρώνει με τη σύζυγό του και
ένα σπίτι στο Λουτράκι, που έχει μαζί με
τα αδέλφια του. Εξέφρασε όμως τη θλίψη
του που η περιπέτειά του του στέρησε το
παιδαγωγικό του έργο. Επικαλέστηκε
μάλιστα επιστολές μαθητών που τον
περιμένουν να γυρίσει στην τάξη. «Δυο
άνθρωποι που είναι συκοφάντες μου
έστησαν σκευωρία που μου στοίχισε.
Καταμήνυσα από την πρώτη στιγμή τους
συκοφάντες μου. Στοχοποιήθηκα από τη
στιγμή που πρέπει να εφαρμοστεί ο
νόμος», τόνισε ο κ. Λιακόπουλος.
Η ώρα της απόφασης
Στην αγόρευσή της η
εισαγγελέας ζήτησε την αθώωση του κατηγορουμένου λόγω
ισχυρών αμφιβολιών σε όσα του καταλογίζουν.
Μάλιστα πρωτύτερα ζήτησε τον κ. Μαραβίτσα
για κατ’ αντιπαράσταση εξέταση. Αυτός όμως απουσίαζε, αφού δεν ήταν υποχρεωμένος
να είναι παρών, μετά την ολοκλήρωση της
κατάθεσής του στις 21 Μαρτίου. 
Το
δικαστήριο αποσύρθηκε σε σύσκεψη. Τελικά
αποφάσισε την ενοχή του Λιακόπουλου
για εκβίαση (ποινή φυλάκισης τρία έτη)
και παθητική δωροδοκία (ποινή φυλάκισης
δύο έτη) σε βαθμό πλημμελήματος και τα
δύο αδικήματα. Επίσης του επιβλήθηκε χρηματική ποινή ύψους 50.000 ευρώ (το 50πλάσιο του ποσού της φερόμενης δωροδοκίας).
Η συνολική ποινή
συγχωνεύτηκε σε τέσσερα έτη (αφαιρούμενου
του χρόνου προσωρινής κράτησης) με
τριετή αναστολή. Ο Λιακόπουλος άσκησε
έφεση και αφέθηκε ελεύθερος. Η υπόθεσή του αναμένεται να εκδικαστεί σε δεύτερο
βαθμό σε περίπου έξι μήνες. Να σημειωθεί
πως το περιβάλλον του στο άκουσμα της
ποινής είχε ανάμικτα συναισθήματα. Τη
χαρακτήρισαν όμως ως προάγγελο αθώωσης. 
Μιλώντας αποκλειστικά στο «Χαϊδάρι
Σήμερα», ο συνήγορος υπεράσπισης Μιχάλης
Ζαφειρόπουλος δήλωσε:
«Είναι μια απόφαση που
εν μέρει δικαιώνει τον Μάριο Λιακόπουλο.
Άσκησε έφεση και πιστεύω ότι στο κατ’ έφεση δικαστήριο, θα δικαιωθεί 100% με
απαλλακτική πρόταση της εισαγγελέως
της έδρας. Έχει αθωωθεί τελείως από όλες
τις κακουργηματικές κατηγορίες και
καταδικάστηκε για απλή πλημμεληματική
πράξη».