Άρον άρον*, δυο λέξεις αδημονίας. Μεγάλη Πέμπτη. Η βίαιη, αιφνιδιαστική εκτέλεση ενός αθώου.

Άρον- άρον, να τελειώνουμε… Μεγάλη Πέμπτη να νοικιάσουμε την καφετέρια που θα τυλίγει σαν χταπόδι τη Δημοτική Βιβλιοθήκη.

Άρον- άρον, να ανακηρύξουμε πλειοδότη τον “ληστή Βαραββά” αντί για τον “αθώο”.

Άρον άρον, καρφιά που γίνονται κλειδιά και παραδίδονται στον πλειοδότη.

Άρον άρον, τόσα δίνω, πόσα θες; Στο Χαϊδάρι πουλάνε αυτό που θες.

Άρον-άρον, μάνι – μάνι. Money- money.

Άρον άρον. Μεγάλη Πέμπτη, η ημερομηνία του διαγωνισμού για την ενοικίαση κομματιού της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Χαϊδαρίου για να γίνει καφετέρια. Στάζει από παντού. Μέσα στο λοκντάουν, ποιος επιχειρηματίας θα προλάβει σε τόσες λίγες μέρες να βγάλει τα χρειαζούμενα χαρτιά για να πάρει μέρος στον διαγωνισμό;

Αυτή η σταύρωση πρέπει να πάρει αναβολή. Να σταυρωθεί το άρον άρον.

* Κατά Ιωάννη Άγιο Ευαγγέλιο, Κεφάλαιο ΙΘ’ (19) 1-16