Ο «κύριος με την κοτσίδα», που έγινε ο «κύριος 70%»



Τα Hermes και τα Gucci φεύγουν, ο «κύριος με την κοτσίδα» (κατά Άδωνι Γεωργιάδη), έρχεται! Στο Χαϊδάρι έγινε ολική ανατροπή με σοβιετικά ποσοστά. Ο Μιχάλης Σελέκος απέσπασε την εμπιστοσύνη μιας πλειοψηφίας που πήρε χαρακτηριστικά παλλαϊκού μετώπου (που θα έλεγαν και οι κομμουνιστές). Η «βοή που ακουγόταν στην πόλη», όπως είχε γράψει ένας δεξιός αναγνώστης μας πριν λίγες μέρες, έγινε τελικά κραυγή οργής, που ξεπήδησε από όλους τους πολιτικούς χώρους για να τιμωρηθούν οι προηγούμενοι δημοτικοί άρχοντες, μαζί με τα πολιτικά τεχνάσματά τους και την άκρως επιθετική προεκλογική εκστρατεία τους. Πέτυχαν αρκετά με αυτή την τακτική, αλλά την ώρα που πήγαν να πιστέψουν στην τελική επικράτηση, «τράκαραν» πάνω στον μειλίχιο  Αγρινιώτη πολιτικό. Το αίτημα που του επιδόθηκε ήταν πάνδημο: να μπει ο Δήμος σε νέα πορεία.

Πέντε λέξεις συμπυκνώνουν την πολιτική εντολή των συμπολιτών του στον θριαμβευτή της χτεσινής βραδιάς: εργατικότητα, διαφάνεια, σεμνότητα, αγάπη και ενδιαφέρον για τον άνθρωπο και την πόλη. Είναι αυτά ακριβώς τα πολιτικά χαρακτηριστικά που αισθάνθηκε ο πολίτης ότι έλειψαν από το Χαϊδάρι και που πιστεύει ότι υπάρχουν στο πρόσωπο του Μ. Σελέκου.
Οι περισσότεροι περίμεναν ότι πράγματι η η Λαϊκή Συσπείρωση θα είναι μέσα στον β΄ γύρο. Την ευνοούσε η πολυδιάσπαση του εκλογικού τοπίου, αλλά ταυτόχρονα και η πολιτική παρουσία τού επικεφαλής της επί 25ετία δίπλα στον δημότη, με την οποία έχει κερδίσει την εκτίμηση πολλών και έξω από τον πολιτικό χώρο του. Ο Μιχάλης Σελέκος έχει ένα προσόν βασικό για πολιτικό: Ακόμη και σε όσους δεν γίνεται συμπαθής, δεν δημιουργεί αισθήματα αντιπάθειας. Με τόσα χρόνια δράσης στον χώρο του ΚΚΕ δεν προκάλεσε το κοινό αίσθημα με επίδειξη αριστερού πολιτικού πουριτανισμού και αλαζονείας. Απόδειξη ότι το 10% του κόμματός του στο Χαϊδάρι (τόσο έδειξε η χτεσινή ευρωκάλπη) είχε σχεδόν διπλασιαστεί ήδη από τον πρώτο γύρο των δημοτικών! Τα ίδια χαρακτηριστικά τού άνοιξαν το δρόμο για σαρωτική επικράτηση απέναντι στην οξύτατη, έως βιτριολική καμπάνια που εφάρμοσαν οι αντίπαλοί του στον πρώτο, αλλά και στον δεύτερο γύρο. Συμπερασματικά, όσοι πολίτες ήθελαν να δώσουν ένα καλό μάθημα στην απερχόμενη διοίκηση (και ήταν αμέτρητοι αυτοί), είχαν στο πρόσωπο του Σελέκου μια εναλλακτική που δεν τους δημιουργούσε αναστολές, έστω κι αν είναι κουκουές.  
Δεν είναι όμως δίκαιο να αποδώσουμε ολόκληρη την επιτυχία σε ένα πρόσωπο. Το κόμμα δούλεψε με συνέπεια σε αρκετούς χώρους όπως παιδεία, υγεία κτλ. (στο καθαρά αυτοδιοικητικό κομμάτι μάλλον δεν βοήθησε τους δημοτικούς συμβούλους του). Τα μέλη του απέδειξαν πολιτική σοβαρότητα, την ώρα που δεκάδες άλλοι υποψήφιοι έψαχναν σχεδόν τυφλά πολιτική στέγη για να στεγάσουν τη φιλοδοξία τους. Ακόμη, το κόμμα είχε την απαραίτητη πείρα ώστε να δείξει μετριοπάθεια και υπομονή, αλλά και ακλόνητη σταθερότητα στις επιθέσεις των τελευταίων ημερών, όταν τα πυρά στράφηκαν εναντίον του, τα ίδια πυρά που εξουθένωσαν στον πρώτο γύρο τον Β. Ντηνιακό και την Ε. Καμπόλη. Κυρίως κατάφερε να πείσει ότι πράγματι θέλει και μπορεί να αναλάβει τον Δήμο, όταν τις πρώτες μέρες της προηγούμενης εβδομάδας οι φήμες ότι «δεν θέλουν να νικήσουν», οργίαζαν. Σαφώς, ο Περισσός «έβαλε νερό στο κρασί του».
Αμέσως μετά την πρώτη Κυριακή, ο Μιχάλης Σελέκος δέχτηκε πολλά τηλεφωνήματα από φίλους του εκτός κόμματος, που του έκαναν έκκληση να μην παρουσιαστεί στην τοπική κοινωνία με στεγνό κομματικό πρόσωπο. Του ζήτησαν δηλαδή, χωρίς να κρύψει τα κομματικά σύμβολα (δείγμα υποκρισίας, που θα έκανε κακή εντύπωση), να κάνει ένα άνοιγμα στην ευρύτερη κοινωνία της πόλης, που ήταν έτοιμη να τον αγκαλιάσει. Το έκανε. Και αυτό ήταν όχι μόνο «το πράσινο φως» για όσους δεξιούς, για παράδειγμα, ήθελαν να τον ψηφίσουν ώστε να εξιλεωθούν για το πολιτικό ανοσιούργημα της προηγούμενης τετραετίας, αλλά και η πιο χειροπιαστή απόδειξη ότι δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να αποφύγει το «πικρό ποτήρι» της άσκησης εξουσίας, ως κομμουνιστής, σε καλλικρατικό Δήμο στην εποχή της Τρόικας.  
Οι κινήσεις του ήταν άμεσες. Ανέτρεψε πειστικά (και μέσα από την εφημερίδα μας) την βασική πολιτική στόχευση των αντιπάλων του που προσπάθησαν να δημιουργήσουν κλίμα φοβίας στην πόλη, με το επιχείρημα ότι με κομμουνιστή δήμαρχο το Χαϊδάρι θα καταστραφεί, γιατί δεν θα διεκδικήσει ευρωπαϊκά κονδύλια. «Δεν θα χάσουμε ούτε ευρώ, γιατί τα χρήματα αυτά ανήκουν στον λαό», είπε και το μήνυμα πέρασε.
Στην πολύ μεγάλη συγκέντρωση της Παρασκευής στο Παλατάκι ο ίδιος μίλησε τη γλώσσα της αυτοδιοίκησης και όχι του κόμματος, απευθυνόμενος σε ένα διαπαραταξιακό κοινό. Οι «συριζαίοι» μπορεί να απέφυγαν τη μαζική παρουσία στο Παλατάκι, αλλά εύκολα μπορούσε κανείς να διακρίνει μερικές εκατοντάδες πασόκους και άλλους τόσους δεξιούς. Στα αυτιά όλων αυτών ο χαιρετισμός του «φίλες και φίλοι», εκτός από το «σύντροφοι και συντρόφισσες», ακούστηκε σαν βάλσαμο. Οι δημόσιες ευχαριστίες που απηύθυνε για τη στήριξή τους στον Βαγγέλη Ντηνιακό, τον Θοδωρή Σπηλιόπουλο, την Ελένη Καμπόλη και τον Κώστα Ασπρογέρακα ήταν μια κίνηση που κάποιους αιφνιδίασε με την τόλμη της (για κομμουνιστή υποψήφιο), ήταν όμως και το σημείο της ομιλίας που χειροκροτήθηκε περισσότερο από κάθε άλλο. 
Την ώρα εκείνη σφυρηλατήθηκε μια ευρύτατη συμμαχία για την αλλαγή στην πόλη, που διαθόθηκε ταχύτατα σε όλο το Χαϊδάρι. Έτσι, το πολιτικό σκηνικό πήρε το οριστικό σχήμα του: από τη μια υπήρχε ο ενωτικός κομμουνιστής Σελέκος και από την άλλη το διχαστικό «Ενώνουμε το Χαϊδάρι», που για χάρη των κορυφαίων στελεχών του Μαραβέλια έπαιζε ένα σκληρό πολιτικό παιχνίδι, χωρίς καμιά αυτοσυγκράτηση, ιδιαίτερα στο διαδίκτυο. Ακόμα κι όταν, μετά το τέλος της ομιλίας Σελέκου, η εκφωνήτρια της Λαϊκής Συσπείρωσης κάλεσε τους παρευρισκόμενους «να ρίξουν κόκκινο βόλι στην καρδιά του συστήματος»,  λίγοι έδωσαν σημασία, αφού ήδη «είχαν δώσει τα χέρια» με τον Σελέκο. «Ας πουν κι αυτοί τα δικά τους», ακούστηκε από κάποιο στόμα.
Έτσι, μπήκαν οι βάσεις του απίστευτου και μάλλον ανεπανάληπτου 70%. Συναντήθηκαν ο φόβος της πόλης ότι θα πέσει στα ίδια χέρια, από τη μια, και η ύπαρξη ευρέως αποδεκτού προσώπου, από την άλλη. Ασφαλώς, πολλοί θα ήθελαν να βρεθούν στη θέση του Σελέκου. Οπωσδήποτε όμως δεν θα ήθελε κανείς να είναι στη θέση του Α. Μποζίκα -ούτε φυσικά ο Δ. Μαραβέλιας. Και το φρόντισε εγκαίρως, γιατί ήξερε…

Μενέλαος Χρόνης