Πέτρος Συρίγος, Κοινωνιολόγος

Ανατριχιαστικές είναι οι πληροφορίες που δίνουν οι τηλεοράσεις αλλά και το διαδίκτυο, σχετικά με τον βιασμό της ανηλίκου  στον Κολωνό, και γενικά για τους  βιασμούς ανηλίκων και μάλιστα από άτομα που και στο παρελθόν είχαν τελέσει την ίδια ειδεχθή εγκληματική πράξη, παρότι είχαν συλληφθεί και τιμωρηθεί.

Έχουμε μαρτυρίες ατόμων που συνοδεύονται από προτάσεις ειδικών και μη, αναλύοντας το φαινόμενο της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών. Σ’ όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, καταθέτω και τις δικές μου σκέψεις.

Ο βιασμός ανηλίκων είναι ένα επαχθές έγκλημα, διότι το παιδί κακοποιείται βάναυσα, σωματικά αλλά και ψυχικά τα δε τραύματα που δημιουργούνται το ακολουθούν σε όλη του την ζωή. Αυτή η τραυματική εμπειρία είναι πολύ δύσκολο να ξεπεραστεί. Αποδεδειγμένα κάποια από τα θύματα αν όχι όλα, δεν την ξεπέρασαν ποτέ, τους συνόδευε και καθόρισε την συμπεριφορά τους στην υπόλοιπη ζωή τους.

Ο βιασμός των ανηλίκων πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως έγκλημα; Ο δράστης δηλαδή επιλέγει να τελέσει μια εγκληματική συμπεριφορά  ή υπάρχουν σοβαρά προβλήματα στην ψυχοσύνθεσή του, που εκδηλώνονται με τέτοιες τάσεις διαστροφής που χρήζουν κι άλλου είδους αντιμετώπιση πέρα από την ποινική;

Ήδη από τον 18ο & 19ο αιώνα εξετάζοντας ένα άλλο τύπο «εγκληματία» παρατηρούμε τα εξής:
Η ανάμιξη της ψυχιατρικής  με την ποινική νομοθεσία γίνεται ταυτόχρονα με την με την στροφή της εγκληματολογίας:
– από την εστίαση στο αδίκημα και το έγκλημα
– στον  εγκληματία και στο πώς πρέπει να τιμωρείται.

Έτσι η ψυχιατρική παίρνει μια θέση στον νομικό μηχανισμό μέσω της έννοιας “της ανθρωποκτόνου  μανίας”, προσπαθώντας να  κατανοήσει ένα τύπο εγκλημάτων που έδειχνε ακατανόητος. Τα χαρακτηρίζει η βιαιότητα του δράστη και η «έλλειψη κινήτρου» προς το συγγενικό περιβάλλον.

Αυτοί οι τύποι είναι οι διπλά παρεκκλίνοντες, εκείνοι δηλαδή που έχουν κάνει έγκλημα από την μια, και από την άλλη έχουν κριθεί ως μη φυσιολογικοί. Είναι αυτοί που κρατούνται σήμερα σε Ψυχιατρικά Νοσοκομεία και υπόκεινται σε περιοριστικούς όρους  εγκλεισμού, φύλαξης και νοσηλείας.

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΤΗΤΑ

Εισαγωγή προς φύλαξη των παραπάνω ασθενών γίνεται σε σχέση με την έννοια της επικινδυνότητας ή με την εν δυνάμει επικινδυνότητα.

Προς το τέλος του περασμένου αιώνα στη εγκληματολογική επιστήμη άρχισε να συζητείται η άποψη ότι η στείρα ανταπόδοση, δεν μπορεί να είναι ο μοναδικός στόχος της ποινής αλλά θα έπρεπε να δοθεί προτεραιότητα στην πρόληψη του εγκλήματος κάτι που θα ήταν και κοινωνικά ωφέλιμο

Το πρόβλημα που ανέκυψε ήταν το πώς θα έπρεπε να γίνει η επιλογή και η επιμέτρηση των κυρώσεων για τον παραπάνω σκοπό, Το πρόβλημα που ανέκυψε ήταν το πώς θα έπρεπε να γίνει η επιλογή και η επιμέτρηση των κυρώσεων για τον παραπάνω σκοπό διότι όταν η ποινή ήταν ανταποδοτική, δηλαδή σύμφωνα με το έγκλημα που είχε διαπραχτεί.  Η πρόληψη όμως του εγκλήματος αναφέρεται στο μέλλον.

Πώς λοιπόν θα γινόταν η επιμέτρηση της ποινής σε χρόνο παρελθοντικό στο παρόν ή στο μακρινό μέλλον.

Ότι η ποινή ήταν ανταποδοτική, δηλαδή σύμφωνα με το έγκλημα που είχε διαπραχτεί δεν υπήρχε πρόβλημα διότι αναγόταν στο γνωστό παρελθόν. Η πρόληψη όμως του εγκλήματος αναφέρεται στο μέλλον. Πώς λοιπόν θα γινόταν η επιμέτρηση της ποινής από παρελθόντα  χρόνο, στο παρόν ή ακόμα και στο μακρινό μέλλον;

Απάντηση δόθηκε με την επινόηση της έννοιας της επικινδυνότητας του εγκληματία.

Πρώτος ο R. Garofalo προσπάθησε να προσδιορίσει τη «μόνιμη και ενεργό διαστροφή του εγκληματία» όπως και το «μέγεθος του κακού που αναμένεται από αυτόν». Προσπάθησε δηλαδή να προσδιορίσει την εγκληματική του ικανότητα, όρος επίφοβος, το δε στοιχείο της προσαρμοστικότητας του εγκληματία έδωσαν το όρο επικινδυνότητα.

Αργότερα η έννοια εμπλουτίστηκε από τον Ferri της ίδιας σχολής σκέψης, διατυπώνοντας ως κριτήρια της επικινδυνότητας.
1. την βαρύτητα της πράξης
2. τα κίνητρά της και
3. την προσωπικότητα του εγκληματία.

Η παραπάνω έννοια αμφισβητήθηκε  από άλλες σχόλες σκέψεις που διαφωνούσαν και μετέβαλαν ουσιαστικά την έννοια, από εγκληματική ικανότητα σε εγκληματική πιθανότητα. Έτσι άλλαξε η ουσία της έννοιας που από ικανότητα έγινε πιθανότητα εγκληματικής πράξης στο μέλλον.

Έχουν διατυπωθεί πολλοί ορισμοί που αφορούν την επικινδυνότητα
– είτε ως πιθανότητα
– είτε ως αξιολόγηση

Τελικά έχει επικρατήσει η άποψη  ενός βασικού ορισμού. Επικινδυνότητα είναι: «η ψυχοβιολογική κατάσταση του ατόμου, που διαμορφώθηκε κάτω από την επήρεια ενδογενών και εξωγενών παραγόντων, η οποία καθιστά πιθανή την τέλεση από το άτομο νέων εγκλημάτων στο μέλλον»

Η έννοια του «επικίνδυνου» έχει προβλεφθεί από τον Έλληνα νομοθέτη, ακριβώς για να παρακάμψει τις αοριστίες και τα προβλήματα που δημιουργούνται στην δικαστηριακή πράξη.

Οι παραπάνω διατυπώσεις αφορούν τους ψυχικά ασθενείς και μάλιστα είναι ένα μικρό ποσοστό περίπου το 3% των ψυχικά ασθενών που εγκληματεί.

Παιδοφιλία-Παιδεραστία

Η παιδοφιλία-παιδεραστία είναι μια διαστροφή, είναι δηλαδή μια μορφή απόκλισης από την κοινωνικά  αποδεκτή συμπεριφορά. Αν και οι όροι διαχωρίζονται θεωρητικά, δεν σημαίνει ότι ένας παιδόφιλος δεν θα γίνει παιδεραστής. 

Αυτά τα άτομα έχουν έντονες φαντασιώσεις για σεξουαλική δραστηριότητα με παιδιά, τις οποίες συχνά πραγματοποιούν και εκεί ξεκινά να γίνεται εμφανής η διαστροφή και η ψυχική τους διαταραχή. Η δραστηριότητα αυτή καταλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος από τις  ενέργειες της ζωής του ατόμου. Μπορεί να περιοριστεί σε οπτική επαφή και να  συνοδεύεται από αυνανιστική δραστηριότητα, μπορεί όμως να συνδυαστεί με βία και βιασμό. Τα όρια δεν είναι εμφανή.

Ποια πρέπει λοιπόν να είναι η αντιμετώπιση αυτό του φαινόμενου προκειμένου να υπάρξει πρόληψη ή και περιορισμός του;

Θεωρητικά ακούμε πολλά για προστασία των ανήλιων, για ενημέρωση των γονέων, για μεγαλύτερο έλεγχο των ανηλίκων, κτλ. Πάρα πολύ ωραία και χρήσιμα πράγματα που μπορεί κάνεις να συναντήσει παντού.

Ξεχνάμε όμως ότι η πηγή του προβλήματος είναι ο ίδιος ο δράστης, που οι ορμές τον οδηγούν σε ειδεχθείς πράξεις με θύματα  ανηλίκους.

Πώς αντιμετωπίζονται οι σεξουαλικοί εγκληματίες σε άλλα κράτη

Η φυλάκιση, στις δυτικές κοινωνίες είναι αποδεκτή όταν πρόκειται για ανθρώπους που έχουν διαπράξει ληστείες, φόνους, βίαιες επιθέσεις, απάτες και καταχρήσεις, πόσο μάλλον ένα βιασμό του σώματος και της ψυχής ενός αθώου παιδιού.

Οι σεξουαλικοί εγκληματίες, ενώ είναι μια ειδική κατηγορία ατόμων που έχουν παραβατική συμπεριφορά, δεν έχουν διαφορετική μεταχείριση από τους υπόλοιπους παράνομους. Κλείνονται κι αυτοί στις φυλακές για να εκτίσουν την ποινή που ορίζεται από τον νόμο και κατόπιν αποφυλακίζονται και ξαναβγαίνουν στην κοινωνία. Είναι ελεύθεροι και εν δυνάμει ικανοί να επαναλάβουν το σεξουαλικό τους έγκλημα, την κακοποίηση, το βιασμό παιδιών. Δεν υπάρχει καμία ασφαλιστική δικλίδα από την Πολιτεία προκειμένου να εμποδίσει την εν δυνάμει επικινδυνότητά τους, την πιθανότητα δηλαδή να επαναλάβουν το ίδιο έγκλημα.

Η φυλακή δεν μπορεί να λειτουργήσει σωφρονιστικά σε άτομα που πάσχουν από σεξουαλικές διαταραχές. Οι σεξουαλικοί εγκληματίες πάντα θα διακατέχονται και θα υποκύπτουν στις  ορμές τους. Καμιά  φυλακή, καμιά τιμωρία δεν είναι ικανή να δαμάσει αυτές τις ορμές που  και οι ίδιοι παραδέχονται ότι δεν είναι ικανοί να ελέγξουν.

Ισχύει λοιπόν η εν δυνάμει επικινδυνότητα που αναλύσαμε πιο πάνω.

Συμπερασματικά: Η Πολιτεία οφείλει να λάβει μέτρα επιπλέον της ποινής φυλάκισης, ώστε να μετριάσει ή να απαλείψει την πιθανότητα το άτομο να επαναλάβει στο μέλλον την ίδια εγκληματική συμπεριφορά.

Οι απόψεις για το αν η παιδοφιλία – παιδεραστία είναι μια διαστροφή διίστανται. Μια ματιά να ρίξει κανείς στο διαδίκτυο θα διαπιστώσει του λόγου το αληθές.

Παρόλα αυτά θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί διττά από την Πολιτεία και ως έγκλημα και ως ασθένεια. Είναι ήδη μια πρακτική που εφαρμόζεται και σε άλλες χώρες. Ενδεικτικά αναφέρουμε την Τσεχία, την Πολωνία, αλλά και τα μέτρα που εξετάζει η Γαλλία προκειμένου να αντιμετωπίσει το φαινόμενο.

Σε αυτήν την περίπτωση ο καταδικασμένος θα εκτίσει την ποινή που ορίζεται από τον νόμο για το έγκλημα που έχει διαπράξει. Σε δεύτερο χρόνο θα αντιμετωπιστεί ως ασθενής. Αφού δεν μπορεί να ελέγξει τις ορμές του και προκειμένου να υπάρξει η πιθανότητα να το επαναλάβει, θα πρέπει να επιλέξει  ανάμεσα στον χειρουργείο (ισχύει μόνο στην Τσεχία και θεωρείται ιδιαίτερα σκληρό μετρό) ή τον χημικό ευνουχισμό σε ειδικό κέντρο έφορου ζωής, όπου θα παρακολουθείται ή, εάν δεν συναινέσει, εγκλεισμός σε ειδικό ίδρυμα αφού εκτίσει την ποινή του και όχι συμψηφιστικά.

Βέβαια θα πρέπει να αλλάξει η αντιμετώπιση του φαινόμενου από πλευράς Πολιτείας. Να τροποποιήσει τον νόμο προς αυτήν την κατεύθυνση.

Τέλος, με αυτόν τον τρόπο δεν είναι σίγουρο ότι θα απαλειφθεί το φαινόμενο παιδεραστία. Όμως είναι σίγουρο ότι θα μετριαστεί. Ειδικότερα η εν δυνάμει επικινδυνότητα της υποτροπής του δράστη.