Συντήρηση και κοινό – Αναζητώντας μια νέα αντίληψη για τα μουσεία

γράφει ο καθηγητής Πέτρος Θέμελης

Η ιστορική μνήμη ξεχωρίζει σε δύο μορφές: την επιβίωση και την αναβίωση. Η επιβίωση δεν είναι συνειδητή, είναι άμεση μετάγγιση μορφών ζωής από στόμα σε στόμα, από πατέρα σε παιδί, από γενιά σε γενιά. Το χτες ζει οργανικά μετουσιωμένο μέσα στο σήμερα. Το παλιό, το παραδοσιακό υψώνεται ως πρότυπο, ως παράδειγμα, και επηρεάζει καθοδηγητικά το παρόν. Η αναβίωση αντίθετα είναι συνειδητή ενέργεια, συνειδητό ξαναζωντάνεμα των περασμένων, που συντελείται πολλές φορές με σκοπό να υψωθεί το παλιό σε κανόνα ζωής. Είναι φαινόμενο υστερογενές και προϋποθέτει ότι έχουν διατηρηθεί μνημεία του παρελθόντος, απώτερου ή πιο πρόσφατου, και ότι έχει συγκροτηθεί ένα ειδικό όργανο, μια κρατική υπηρεσία, όπως η Αρχαιολογική, στελεχωμένη κατάλληλα, που μελετά τα μνημεία, τα προστατεύει, τα συντηρεί, τα ερμηνεύει και τα ζωντανεύει, αποδίδοντάς τα στο κοινωνικό σύνολο.

Είναι προφανές ότι η αναβίωση προϋποθέτει προχωρημένη κοινωνική σύνθεση και παρουσιάζεται αρχικά ως ανάγκη μέσα σε στενότερους κοινωνικούς κύκλους. Η αγωνία για την απώλεια της πολιτιστικής κληρονομιάς, της παράδοσης στο σύνολό της και το συναίσθημα ευθύνης για τη μελέτη, την προστασία, τη συντήρηση και τη διαφύλαξη των επιτευγμάτων του ανθρώπου και του περιβάλλοντος, έχουν φθάσει σε οριακό σημείο.

Αποκαλύπτω, προστατεύω, συντηρώ, ερμηνεύω: τέσσερα ρήματα με τα οποία περιγράφεται συνοπτικά και ολοκληρωμένα η ουσία της διαδικασίας που σχετίζεται με την έρευνα του ανθρώπινου παρελθόντος, δηλαδή την αποκάλυψη με ανασκαφές των υλικών κατάλοιπων της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, την προστασία και τη συντήρησή τους ώστε να διατηρηθούν κατά το δυνατό αναλλοίωτα εσαεί μέσα στο σύγχρονο περιβάλλον τους, και σε συνέχεια την ερμηνεία, μέσω της δημοσίευσης σε επιστημονικές πραγματείες που απευθύνονται στο παγκόσμιο επιστημονικό φόρουμ ειδικών, και την παρουσίασή τους στο ευρύ κοινό, όχι μόνο μέσα από σύγχρονες μουσειακές εκθέσεις, αλλά και με απλοποίηση και μετάδοση του πολιτιστικού αγαθού.

Εφόσον αγωνιζόμαστε να καλλιεργηθούν αγαθές σχέσεις κράτους – πολίτη όσον αφορά την αντίληψη για την προστασία, τη συντήρηση και την ανάδειξη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, είμαστε υποχρεωμένοι να επιδιώκουμε με κάθε δυνατό τρόπο την προσέγγιση των πολιτών προς αυτό το αγαθό, καθορίζοντας ει δυνατόν και τους όρους αυτής της προσέγγισης.

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ-ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΥΝΑΦΕΙΑ ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΟΝ

Εχει γίνει πλέον συνείδηση ότι η έρευνα του παρελθόντος από το στάδιο της αποκάλυψης των υλικών κατάλοιπων ως εκείνο της τελικής δημοσίευσης απαιτεί καταρχήν διεπιστημονική προσέγγιση και στενή συνεργασία, με την ισότιμη συμμετοχή επιστημόνων από ποικίλους κλάδους, συμπεριλαμβανομένων των συντηρητών. H ηρωική εποχή, κατά την οποία ένας αρχαιολόγος, με έναν ενίοτε επιστάτη και πλήθος εργατών, ανέσκαπτε, όπως νόμιζε, σχεδίαζε, φωτογράφιζε, καθάριζε και κατέγραφε τα κινητά ευρήματα, και τελικά δημοσίευε μόνος τα αποτελέσματα των ερευνών του, έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.

H σημαντική πρόοδος που σημειώθηκε στον τομέα της Αρχαιολογίας από το τέλος του Β’ Παγκόσμιου πολέμου και εξής οφείλεται κατά κύριο λόγο στη διεπιστημονική συνεργασία, στη συμβολή των φυσικών επιστημών. Iδιαίτερα η Αρχαιολογία του πεδίου, χάρη στην ανασκαφική πρακτική, τη συλλογή υλικών κατάλοιπων και την ερμηνεία συγκεκριμένων πραγμάτων και καταστάσεων, στέκεται πιο κοντά στις φυσικές επιστήμες από ό,τι οι άλλες επιστήμες του ανθρώπου – και πιο κοντά στο κοινό.

Η διεπιστημονική συνεργασία είναι για πολλά πεδία της αρχαιολογικής έρευνας αναγκαία, για ορισμένα μάλιστα αποφασιστικής σημασίας. Οι αρχαιολόγοι του σήμερα ως ιστορικά και κοινωνικά ευαισθητοποιημένοι ερευνητές θεραπεύουν μιαν Αρχαιολογία πλησιέστερη στις θετικές επιστήμες. Μιαν Αρχαιολογία που υπογραμμίζει την κονωνικο-πολιτική συνάφεια με το παρόν και θεωρεί όχι απλώς χρήσιμες, αλλά απόλυτα αναγκαίες τις σχέσεις της και με μη αρχαιολόγους.

ΤΟ ΣΤΑΜΑΤΗΜΑ ΤΗΣ ΦΘΟΡΑΣ

Η Συντήρηση δεν ταυτίζεται με την Αρχαιομετρία, έχει βασικό στόχο την προστασία των τέχνεργων, όχι απλώς τον πρόσκαιρο καθαρισμό και τη συγκόλλησή τους, αλλά το εσαεί, κατά το δυνατόν, σταμάτημα της φυσικής φθοράς. Η Συντήρηση αναζητεί:

α) τα αίτια φθοράς των αρχαίων, στο έδαφος, το νερό, την ατμόσφαιρα, στους χώρους αποθήκευσης και έκθεσης, και

β) όλο και πιο αποτελεσματικές και ακίνδυνες για το αρχαίο μεθόδους και υλικά καθαρισμού, σταθεροποίησης, διατήρησης, αποκατάστασης.

Η σύγχρονη Συντήρηση τείνει να καταργήσει τη χρήση χημικών ουσιών, που προξενούν αλλοιώσεις στο αντικείμενο. Δοκιμάζει και επιβάλλει σταδιακά φυσικές ουσίες, υλικά και μεθόδους παρόμοιες ή παρεμφερείς με τις παραδοσιακές. Στον ερευνητικό τομέα, η Συντήρηση συνεργάζεται στενά με την Αρχαιομετρία, στον τομέα ωστόσο των εφαρμογών καθένας από τους δυο κλάδους προσεγγίζει το αντικείμενο με διαφορετική οπτική και μεθοδολογία, αντλεί διαφορετικής μορφής πληροφορίες, ζητεί απαντήσεις σε διαφορετικά ερωτήματα, στοχεύει σε τελείως διαφορετικά αποτελέσματα.

Η Αρχαιομετρία θέτει ερωτήματα που σχετίζονται με τη σύνθεση, την προέλευση, την απόλυτη χρονολόγηση των τέχνεργων, και την τεχνολογική τους δομή. Το θέμα «Χρονολόγηση» είναι το σημαντικότερο, ακολουθούμενο από τα θέματα «Προέλευση» και «Αυθεντικότητα».

ΧΩΡΟΙ ΧΡΩΜΑΤΩΝ, ΚΙΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΟΓΟΥ

Οι ριζικές αλλαγές που συντελούνται στον σύγχρονο κόσμο τις τελευταίες δεκαετίες έχουν προκαλέσει συζητήσεις που οδηγούν στην υιοθέτηση νέων μεθόδων, όσον αφορά τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Οι νέες τάσεις και αντιλήψεις αποτυπώνονται στον ορισμό του Μουσείου, όπως διατυπώθηκε το 1974 από το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων (ICOM), ο οποίος πέρασε και στον νέο αρχαιολογικό νόμο του 2002:

«Το μουσείο είναι μόνιμο ίδρυμα στην υπηρεσία της κοινωνίας και της ανάπτυξής της και ανοικτό στο κοινό, αποκτά, συντηρεί, ερευνά, κοινοποιεί και εκθέτει υλικές μαρτυρίες για τους ανθρώπους και το περιβάλλον τους, με το σκοπό της μελέτης, της εκπαίδευσης και της ψυχαγωγίας».

Τα μοντέρνα μουσεία πρέπει να είναι χώροι χρωμάτων, κίνησης και διαλόγου, χώροι παιδείας και ψυχαγωγίας, με ζωντανή τη σχέση μεταξύ κοινού και μουσειακού περιεχομένου, το οποίο δεν περιλαμβάνει μόνο τα εκθέματα αλλά και τα εργαστήρια συντήρησης και τις αποθήκες. Ενας χώρος, δηλαδή, που οφείλει την ύπαρξή και τη λειτουργία του στο κοινό, το οποίο συνδιαλέγεται με τα αντικείμενά.

Η μουσειολογική επιστήμη έχει προχωρήσει ένα βήμα πέρα από το μοντέρνο, με τη δημιουργία του μετα-μοντέρνου μουσείου. Το προφίλ και οι προσδοκίες ενός ποικιλόμορφου και όχι ομοιογενούς κοινού είναι τώρα οι παράγοντες που καθορίζουν τη λογική του. Τα μουσεία δηλαδή από σήμερα και στο εξής οφείλουν να είναι people oriented και όχι object and people oriented. Ακόμη και χώροι κατά παράδοση αυστηρά κλειστοί στους επισκέπτες, όπως τα εργαστήρια συντήρησης και οι αποθήκες, αρχίζουν να ανοίγονται στο κοινό: Αντί για αδιαπέραστοι τοίχοι, χρησιμοποιούνται διαφανή χωρίσματα με ανοίγματα. Οι λεγόμενες διαδραστικές εκθέσεις προτρέπουν σήμερα τους επισκέπτες να επεξεργαστούν τα εκθέματα με τα ηλεκτρονικά ηχητικά και έντυπα μέσα, αναζητώντας και μόνοι τα στοιχεία που τους ενδιαφέρουν.

Η αρχιτεκτονική των μουσείων πρέπει να είναι προς αυτή την κατεύθυνση προσανατολισμένη, με τη διαμόρφωση πολυδύναμων εκθεσιακών και εργαστηριακών χώρων, που να επιτρέπουν πολλαπλές πορείες και εναλλακτικές αναγνώσεις των συλλογών και του περιεχομένου τους. Περιοδικές εκθέσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα, διαφημιστικό υλικό, αίθουσες συνεδρίων και συναυλιών απευθύνονται και στο κοινό που δεν επισκέπτεται συνήθως τα μουσεία.

ΜΟΥΣΕΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ «ΤΡΟΜΑΖΟΥΝ» ΜΑ ΠΡΟΣΚΑΛΟΥΝ ΤΟΝ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ

Τα μουσεία πρέπει να διαθέτουν ευχάριστους και άνετους χώρους υποδοχής και ξεκούρασης, εστιατόρια, καφετέριες, καταστήματα, να εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητά τους χωρίς συνεχείς κρατικές επιχορηγήσεις, να παρέχουν υπηρεσίες, ανταποκρινόμενα στις προσδοκίες ενός απαιτητικού και ποικιλόμορφου κοινού.

Σήμερα ανά τον κόσμο απαντούν και οι 3 τύποι μουσείων, το παραδοσιακό (object oriented), το μοντέρνο (object and people oriented), καθώς και το μεταμοντέρνο μουσείο (που είναι people oriented).

Ο επιβλητικός χαρακτήρας της εξωτερικής όψης των μεγάλων μουσείων προκαλεί δέος και απωθεί όσους αισθάνονται ξένοι προς τα νοήματα (ιστορικά, αισθητικά) που αυτά εκπέμπουν. Και οι εσωτερικοί χώροι παίζουν καθοριστικό ρόλο, γιατί διαμορφώνουν τις εντυπώσεις του κοινού, επισκιάζοντας συχνά τα ίδια τα τέχνεργα, τα αντικείμενα του παρελθόντος που εκτίθενται ή βρίσκονται στη διαδικασία της συντήρησης. Η ματιά των επισκεπτών πρέπει να επικεντρώνεται στα αντικείμενα, όχι στο κτήριο. Παρά τη γνώση αυτής της αρχής, σχεδιάζονται ακόμη σήμερα επιβλητικά κτήρια μουσείων, που λειτουργούν ως βασικό θέαμα, ανταγωνίζονται τα αντικείμενα ή ακόμη και παρακείμενα ιστορικά και αξιόλογα γενικώς οικοδομήματα μέσα στον αστικό ιστό.

Ηλθε ο καιρός, νομίζω, να προχωρήσουμε στη δημιουργία μουσείων μιας νέας αντίληψης, όπου άτομα κάθε ηλικίας και σωματικών δυνατοτήτων, ανεξάρτητα καταγωγής, φύλου, φυλής, κοινωνικής θέσης και μορφωτικού επιπέδου θα διδάσκονται και ταυτόχρονα θα ευαισθητοποιούνται πάνω στο πρόβλημα της προστασίας και της συντήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Ολα αυτά προϋποθέτουν αλλαγή νοοτροπίας πρώτιστα μεταξύ των υπεύθυνων στη χώρα μας και σε συνέχεια των πολιτών. Είμαι αισιόδοξος ότι θα φτάσουμε σύντομα στην κατασκευή ή τη μετατροπή μουσείων που δεν θα τρομάζουν τον επισκέπτη αλλά θα τον προσκαλούν σε συνομιλία με τα εκθέματα. Τα εργαστήρια συντήρησης ακόμα και οι αποθήκες, θα αρχίσουν να ανοίγονται σταδιακά στο κοινό, αντί για αδιαπέραστους τοίχους θα κατασκευάζουμε διαφανή χωρίσματα που θα επιτρέπουν στους επισκέπτες να παρακολουθούν τη διαδικασία της συντήρησης. 

Πηγή: eleftheriaonline.gr