Σε συνέχεια του χτεσινού άρθρου για τους πυρσούς των διυλιστηρίων (Λίγα λόγια για αυτό που βλέπουμε στα ΕΛΠΕ) ο κ. Ιωάννης Παναγιωτούλιας γράφει για τη δυνατότητα να μειωθούν σημαντικά τα ρυπαντικά φορτία, αρκεί να γίνουν οι κατάλληλες επενδύσεις. Αυτό είναι ζήτημα εταιρικής βούλησης, αλλά φυσικά και πολιτικής, από την πλευρά των κυβερνήσεων.
Λίγα ακόμη σχόλια για τα ρυπαντικά επεισόδια από τα πρώην ΕΛΠΕ…
Σε κάθε παραγωγική διαδικασία και ιδιαίτερα στη λειτουργία διυλιστηρίων πετρελαίου είναι αναπόφευκτο να υπάρχουν διαφορετικές φάσεις, όπως ημέρες κανονικής λειτουργίας, περίοδοι συντήρησης, σταματήματα (shutdown), ξεκινήματα (startup), καθώς και απρόβλεπτες διαταραχές, όπως διακοπές ρεύματος ή καταστάσεις έκτακτης ανάγκης Δεδομένο 1)..
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι υδρογονάνθρακες που απελευθερώνονται από τις βαλβίδες εκτόνωσης οδηγούνται μέσω σωληνώσεων στους πυρσούς (flares), όπου καίγονται για λόγους ασφάλειας (Δεδομένο 2).
Πολλές μελέτες όμως έχουν δείξει ότι οι πυρσοί παρουσιάζουν εξαιρετικά μεταβλητές αποδόσεις που κυμαίνονται από 62% έως 99%. Αυτό σημαίνει ότι η καύση δεν είναι πάντοτε πλήρης. Ιδιαίτερα σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης, η μειωμένη αποτελεσματικότητα δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά συχνά τον κανόνα. Ως αποτέλεσμα μπορεί να παράγονται νέφη τοξικών ρύπων, επικίνδυνα τόσο για την ανθρώπινη υγεία όσο και για το περιβάλλον (Δεδομένο 3).
Η κατάσταση επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο από δύο βασικούς παράγοντες α) τη συνύπαρξη πολλαπλών πηγών ρύπανσης σε περιορισμένη γεωγραφική έκταση, όπως βιομηχανία, μεταφορές, λιμενικές δραστηριότητες, ενέργεια και βαριές υποδομές που αλληλοενισχύονται, και β) τις τοπικές συνθήκες καθώς η γεωμορφολογία και το κλίμα (ορεινοί όγκοι, συχνή άπνοια, περιορισμένη κυκλοφορία αέρα) ευνοούν τον εγκλωβισμό των ρύπων πάνω από την πόλη, περιορίζοντας τον αερισμό και δυσχεραίνοντας τη διαχυσή τους (Δεδομένο 4).
Παρά τα παραπάνω όμως η κατάσταση δεν είναι μη αναστρέψιμη. Υπάρχουν σύγχρονες τεχνολογίες (Best Available Practices) που μπορούν να δεσμεύουν ή να περιορίζουν τα αέρια των πυρσών, μειώνοντας σημαντικά τα ρυπαντικά φορτία. Η εφαρμογή τους όμως προϋποθέτει επενδύσεις και ουσιαστική βούληση (Δεδομένο 5).
Η υιοθέτηση τέτοιων τεχνολογιών αποτελεί σαφή ένδειξη της στάσης μιας εταιρείας απέναντι στην κοινωνία. Ο πραγματικός σεβασμός προς τους πολίτες δεν αποδεικνύεται μέσα από μικροχορηγίες ή αντισταθμιστικά μέτρα, αλλά μέσα από ουσιαστικές παρεμβάσεις που βελτιώνουν την ποιότητα ζωής και προστατεύουν τη δημόσια υγεία (Δεδομένο 6).
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, οι πολίτες έχουν δύο επιλογές α) είτε να περιορίζονται στον σχολιασμό κάθε ρυπαντικού επεισοδίου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αποδεχόμενοι σιωπηρά την κατάσταση και β) είτε να διεκδικήσουν ενεργά σεβασμό, διαφάνεια και την εφαρμογή σύγχρονων τεχνολογικών λύσεων που θα βελτιώσουν την υγεία και την ποιότητα ζωής τους (Δεδομένο 7).
Γιατί το πραγματικό ανταποδοτικό δεν είναι αυτό που εξαγοράζει τη σιωπή, αλλά αυτό που δημιουργεί συνθήκες ώστε ο πολίτης να θέλει να ζει να παραμένει και να επενδύει στον τόπο του (Δεδομένο 8).
Τα παραπάνω δεδομένα (1 έως και 4) μας δείχνουν ότι οι εκπομπές από τους πυρσούς αποτελούν αναπόφευκτο αποτέλεσμα της λειτουργίας των διυλιστηρίων, ενώ η κατάσταση επιβαρύνεται περαιτέρω από τις τοπικές περιβαλλοντικές συνθήκες και την πολυπαραγοντική ρύπανση της περιοχής.
Ωστόσο όμως (δεδομένα 5 έως και 8) υπάρχουν και διαθέσιμες τεχνολογικές λύσεις και συμπεριφορές που μπορούν να μειώσουν ουσιαστικά το πρόβλημα, ενισχύοντας βιομηχανική συνύπαρξη και την εταιρική κοινωνική ευθύνη.
