Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Γράφει ο Τρύφωνας Δάρας

Μια πολύ σημαντική νίκη για την ελευθερία της έκφρασης γενικά αλλά και ειδικότερα δια του Τύπου, αλλά δυστυχώς και μια ακόμη ήττα για την Πολιτεία συνολικά (νομοθεσία, δικαιοσύνη, διοίκηση) που παρά τις αλλεπάλληλες καταδίκες δεν εννοεί να συμμορφωθεί με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ), σηματοδοτεί η τελευταία απόφαση του ανωτάτου αυτού ευρωπαϊκού θεσμού που καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση του άρθρου 10 της Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που προστατεύει την ελευθερία της έκφρασης.

Με την Απόφαση της 11ης Μαρτίου 2021 (Δημητρίου κατά Ελλάδας) το Πρώτο Τμήμα του ΕΔΔΑ έκρινε ότι τα ελληνικά δικαστήρια καταδικάζοντας με αμετάκλητη απόφαση τον προσφεύγοντα Α. Δημητρίου, εκδότη της καθημερινής εφημερίδας του Ηρακλείου ΝΕΑ ΚΡΗΤΗ και ιδιοκτήτη του Ομίλου ΚΡΗΤΗ TV, σε αποζημίωση του μακαρίτη πλέον Μ. Καρέλλη π. Δημάρχου Ηρακλείου και Ευρωβουλευτή λόγω «ηθικής βλάβης» από δημοσίευμα, παρέβησαν το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ και υποχρέωσε το ελληνικό Δημόσιο να καταβάλλει στον προσφεύγοντα το ποσό των 27.000 ευρώ για αποκατάσταση της υλικής και ηθικής βλάβης που υπέστη από την άδικη δικαστική απόφαση!

Τρύφωνας Δάρας

Το σύντομο ιστορικό της υπόθεσης, κατά το σκέλος που ασκεί επιρροή στην ουσία της απόφασης του ΕΔΔΑ, έχει ως εξής: Τον Φεβρουάριο του 2002,  ο Μ.Κ. σε τηλεοπτική εκπομπή σταθμού πανελλήνιας εμβέλειας, σχολίασε τη χρηματοδότηση των εταιρειών του προσφεύγοντος καταγγέλοντας ότι άτομο που σχετιζόταν με «παράνομα ηλεκτρονικά παιχνίδια» κατείχε μερίδιο του μετοχικού κεφαλαίου της  εταιρείας ΙΚΑΡΟΣ ΑΕ, ιδιοκτήτριας του καναλιού ΚΡΗΤΗ ΤV, καταγγελία που ήταν ωστόσο ανακριβής. Αυτό προκάλεσε τη δικαιολογημένη αντίδραση της θιγόμενης εταιρείας, η οποία μέσω της εφημερίδας ΝΕΑ ΚΡΗΤΗ απάντησε στην ανακριβή καταγγελία χαρακτηρίζοντας τον καταγγέλοντα ως «λασπολόγο». Αυτός κατά βάση ο χαρακτηρισμός θεωρήθηκε ως δυσφημιστικός και προσβλητικός από τον Μ.Κ., ο οποίος άσκησε αγωγή αποζημίωσης εναντίον του Α.Δ. αλλά και δύο δημοσιογράφων, λόγω συκοφαντικής δυσφήμισης δια του Τύπου με βάση τις σχετικές διατάξεις του Α.Κ. αλλά και του τυποκτόνου νόμου 1178/81 «περί αστικής ευθύνης του Τύπου», που έχει οδηγήσει σε βιομηχανία αγωγών κατά εκδοτών και δημοσιογράφων και ο οποίος παρόλη τη γενική κατακραυγή διατηρείται ακόμη σε ισχύ! Τα ελληνικά δικαστήρια σε όλους τους βαθμούς (Πρωτοδικείο, Εφετείο, Άρειος Πάγος) έκριναν ότι η χρήση των όρων «απάντηση στους λασπολόγους», «υπερέβη τα όρια με τρόπο ώστε να λασπολογεί», «επιχείρησε εκ νέου να λασπολογήσει», είναι μειωτικοί που έπληξαν την τιμή και τη υπόληψή του και καταδίκασαν τελικά τους εναγόμενους σε αποζημίωση 20.000 ευρώ περίπου. Ακολούθησε και αφού εξαντλήθηκαν όλα τα ένδικα μέσα στη χώρα μας, η προσφυγή του Α.Δ. στο ΕΔΔΑ το 2012, επί της οποίας προσφυγής εκδόθηκε η Απόφαση στην οποία αναφερόμαστε.

Το ΕΔΔΑ κινήθηκε στη βάση της πάγιας νομολογίας που εδώ και χρόνια έχει διαμορφώσει στα ζήτήματα της ελευθερίας της έκφρασης και της συκοφαντικής δυσφήμισης δια του Τύπου. Υπογραμμίζει «το σημαντικό ρόλο του Τύπου σε μια δημοκρατική κοινωνία ως θεματοφύλακα» και δέχεται ότι ακριβώς λόγω αυτού του ρόλου «η δημοσιογραφική ελευθερία συνεπάγεται την πιθανή προσφυγή σε κάποια δόση υπερβολής, ακόμη και πρόκλησης» την οποία κρίνει αποδεκτή. Επίσης παραδοσιακά το ΕΔΔΑ κάνει διάκριση μεταξύ πραγματικών περιστατικών και αξιολογικών κρίσεων και εφόσον αποδεικνύεται η συνδρομή των πρώτων, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν απαιτείται η απόδειξη της ακρίβειας των δεύτερων! Τέλος το ΕΔΔΑ θεωρεί ότι «τα όρια της αποδεκτής κριτικής σε ένα πολιτικό πρόσωπο…  είναι ευρύτερα από αυτά σχετικά με έναν απλό ιδιώτη, καθώς σε αντίθεση με τον δεύτερο ο πρώτος εκτίθεται αναπόφευκτα και συνειδητά σε έναν προσεκτικό έλεγχο των πράξεών του τόσο από τους δημοσιογράφους όσο και από τους πολίτες».

Στη συγκεκριμένη υπόθεση το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι χαρακτηρισμοί του δημοσιεύματος ήταν αξιολογικές κρίσεις, οι οποίες μάλιστα «δεν στερούνταν παντελώς πραγματικής βάσης», αφού η καταγγελία περί συμμετοχής στο μ.κ. της εταιρείας του προσφεύγοντος, ατόμου σχετιζόμενου με παράνομα ηλεκτρονικά παίγνια, ήταν όντως ανακριβής. Επίσης το ΕΔΔΑ θεώρησε ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν «έκριναν τους χαρακτηρισμούς εντός του γενικού πλαισίου της υπόθεσης προκειμένου να εκτιμήσουν την πρόθεση του προσφεύγοντος», που δεν ήταν φυσικά άλλη από το να αποκαταστήσει την αλήθεια ως προς τους μετόχους του ΚΡΗΤΗ TV. Τέλος εκτίμησε ότι ως προς το ύψος της αποζημίωσης δεν υπήρξε η αναγκαία αναλογικότητα ανάμεσα στο ποσό που επιδικάστηκε και στη «ζημία» που υπέστη ο ενάγων. Έτσι το ΕΔΔΑ αποφαίνεται στο «δια ταύτα» ότι «οι εθνικές αρχές δεν προέβαλαν ικανούς και επαρκείς λόγους για να δικαιολογήσουν την αστική καταδίκη, ότι η κύρωση δεν ήταν ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και ότι αυτή η καταδίκη δεν απαντούσε σε μια επιτακτική κοινωνική ανάγκη και δεν ήταν επομένως αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία» άρα παραβιάστηκε ευθέως το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης που προστατεύεται ως θεμελιώδης ελευθερία από το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ!

Η υπόθεση αυτή ξαναφέρνει στο προσκήνιο ένα θέμα που πληγώνει την εικόνα και το κύρος της χώρας ως ευνομούμενο κράτος δικαίου. Είναι γνωστό ότι η Ελλάδα κατατάσσεται ανάμεσα στις τελευταίες χώρες της Ε.Ε ως προς την ελευθερία του Τύπου ξεπερνώντας μόνο Μάλτα, Ουγγαρία και Βουλγαρία! Δεν το λες και εξαιρετική επίδοση! Ανάλογη είναι και η εικόνα ως προς τις καταδικαστικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ όπου για το 2019 η Ελλάδα κατατάσσεται στην 7η θέση μεταξύ των 47 μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης αλλά και στην 3ημεταξύ των 27 της Ε.Ε όπου μας ξεπερνάει μόνο η Ρουμανία και η Ουγγαρία! Αρκετές από τις καταδίκες αυτές αφορούν ακριβώς την παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης όπως στις εμβληματικές υποθέσεις «Λιοναράκης» και «Βασιλάκης κατά Ελλάδας» αλλά και οι υποθέσεις της ΑΥΓΗΣ, των ΝΕΩΝ (Δανίκας- Καψής), αλλά και εκπροσώπων του Περιφερειακού Τύπου (ΠΡΩΪΝΟΣ ΛΟΓΟΣ Ιωαννίνων – Β. Κουτσολιόντος, Μπαλάσκας από Λέσβο κλπ).

Παρακολουθώ το θέμα κοντά 20 χρόνια, από τότε που ως  εκπρόσωπος του Υπουργείου Τύπου  στην  Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου είχα την ευθύνη της παρακολούθησης της σχετικής νομολογίας του ΕΔΔΑ και ομολογώ πως εξακολουθώ να εκπλήσσομαι από την επιδεικτική αδιαφορία των ελληνικών αρχών (διοίκησης, βουλής και δικαιοσύνης) να συμμορφωθούν επιτέλους  με αυτή, αδιαφορία που εκτός από αρκετά εκατομμύρια μας στοιχίζει και σε διεθνές κύρος!

Έχει ενδιαφέρον εν προκειμένω και το εξής στοιχείο: Πέρυσι το καλοκαίρι, βουλευτές από διάφορα κόμματα πήραν την πρωτοβουλία να συντάξουν και να καταθέσουν μια διακομματική Πρόταση Νόμου για την προσαρμογή της εθνικής νομοθεσίας στη νομολογία του ΕΔΔΑ ακριβώς για να αποφευχθούν τέτοιες ταπεινωτικές για τη χώρα καταστάσεις. Η σπανιότατη αυτή πρωτοβουλία έτυχε (στα λόγια) ενθουσιώδους υποδοχής από όλα σχεδόν τα κόμματα (πλην «Ελληνικής Λύσης» ενώ ουδέτερη στάση κράτησε το ΚΚΕ) και ο Πρόεδρος της Βουλής δεσμεύτηκε ότι θα εισαχθεί για συζήτηση και ψήφιση «αμέσως μετά τις θερινές διακοπές της Βουλής» εννοείται του 2020. Ακόμη την περιμένουμε…

Ίσως δε αυτή να είναι και η μεγαλύτερη χρησιμότητα της πρόσφατης απόφασης του ΕΔΔΑ, στο βαθμό που θα επιτύχει να επαναφέρει το θέμα στο προσκήνιο, να  σπάσει τα δεσμά της αδράνειας και να κινητοποιήσει και πάλι τις πολιτικες δυνάμεις ώστε να λύσουν επιτέλους ένα σοβαρό πρόβλημα που εκθέτει τη χώρα διεθνώς και επί του οποίου μάλιστα είναι δεδομένη η ευρύτερη πολιτική συναίνεση!

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε σε μεγάλες περιφερειακές εφημερίδες της χώρας από όπου και αναδημοσιεύεται.

Ο Τ. Δάρας είναι νομικός, ειδικός σε θεσμικά θέματα του περιφερειακού τύπου και Νομικός Σύμβουλος της Ένωσης Ενημερωτικών Τηλεοράσεων Ελληνικής Περιφέρειας.

Το άρθρο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του σπουδαίου νομικού Αντώνη Βγόντζα που χειρίστηκε την υπόθεση της προσφυγής στο ΕΔΔΑ και δυστυχώς δεν πρόλαβε να απολαύσει την πανηγυρική δικαίωση!