Η ΠΙΣΤΗ, ΜΕΣΑ ΤΟΥ
(Πασχαλινό αφήγημα – σημερινό)

Στο χωριό τον έλεγαν άθεο. Δεν τον είδαν ποτέ να πηγαίνει στην εκκλησία ούτε στις μεγάλες γιορτές. Στους γάμους, βαφτίσια, κηδείες στεκόταν απέξω. Ούτε καν το σταυρό του δεν είδαν ποτέ να κάνει.

Όχι ότι έκανε κήρυγμα αθεΐας –και πώς θα μπορούσε αγράμματος άνθρωπος– αλλά ήταν και που τάβαζε με τους πλειότερους χωριανούς. Υποκριτής ο ένας, πονηρός ο άλλος, άρπαγας ο παράλος και τελειωμό δεν είχε. Έλεγε και κάτι ιστορίες, δικές του, για τα παληά ασημικά του Αη – Θανάση (πολυέλαιο, καντηλέρια, μανουάλια) που παππάς κι επίτροποι τα εξαφάνισαν και στη θέση τους έβαλαν άλλα καινούργια και γυαλιστερά πλην τενεκένια, για τη λαδομπογιά που πέρασαν στην εκκλησία μέχρι ένα μπόι και σκέπασαν τις αρχαίες αγιογραφίες, για το μαρμαρένιο καμπαναριό που χάλασαν, γι’ αυτόν πούχε ρημάξει τα παγκάρια στα ξωκκλήσια και τον έκαναν επίτροπο.

Έλεγε, 70άρης τώρα, κι άλλα που έβλεπε από μικρό παιδί να γίνονται ή είχε ακούσει από τη μάνα του –ο πατέρας του έφυγε όταν ήταν μικρός ακόμα. Για λίρες των ανταρτών που αρπάχτηκαν, για καταδότες χωριανούς στην κατοχή, μα και στις δυο δικτατορίες, για τους ψήφους που αλλάζονταν με ρουσφέτια, για τα παληά καλντερίμια που τα χάλασαν και βάλανε πλάκες, για το αρχαίο υδραγωγείο που ρίξανε μέσα τους βόθρους, έλεγε κι έλεγε αλλά ποιος τον άκουγε;

Μόνο δυο φίλοι γκαρδιακοί τούχανε απομείνει και η κυρά του η Βασιλική. Ε! σ’ αυτούς τάλεγε. Πώς λοιπόν γίνονταν να πηγαίνει στην εκκλησιά μ’ αυτούς που λογάριαζε αμαρτωλούς; Ήτανε βλέπετε κι η παληά παράδοση των ορεινών, όπως ήτανε κι ο ίδιος, να μην καταδέχονται την προσευχή με τους καμπίσιους, αλλά νάχουνε τις δικές τους εκκλησιές πάνω στα βουνά. Έτσι κι αυτός, τραβούσε δυο ώρες με τα πόδια για τον Αη – Νικόλα, το παληό βυζαντινό εκκλησάκι στην κορφή του κάστρου, γκρεμισμένο από χρόνια. Εκεί άναβε το καντηλάκι στο κονοστάσι και μιλούσε με τον άγιο. Δεν είχε ανάγκη να τον βλέπουν τι κάνει.

Αυτά μαρτυρώ εγώ, ένας από τους δυο γκαρδιακούς του φίλους.