Φωτο Γιάννης Πετρόπουλος

Το ζήτημα των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά έχει ασφαλώς μια προφανή πολιτική και κοινωνική σημασία που την καταλαβαίνει ο καθένας, αν και δεν την προσλαμβάνουν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Δεν παύει όμως, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση να είναι πρωτίστως ένα νομικό ζήτημα, που μάλιστα τέθηκε υπό την κρίση του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της χώρας.

Για τη διάσταση αυτή και υπο το φώς της απόφασης του ΣτΕ, με την οποία απορρίπτει «λόγω αναρμοδιότητος» την προσφυγή του Δήμου Χαϊδαρίου, ζητήσαμε τη γνώμη έγκριτου νομικού της πόλης μας που παρακολουθεί από κοντά την υπόθεση, από τον οποίο ζητήσαμε να σχολιάσει και κάτι που μας παραξένεψε. Αν είναι συνηθισμένο δηλαδή να σπεύδει ο Πρόεδρος του ΣτΕ να ανακοινώνει Απόφαση που επισήμως θα εκδοθεί μετά από μήνες. Να τι μας είπε:

«Κατ’ αρχήν πράγματι δεν είναι συνηθισμένη πρακτική να ανακοινώνει το περιεχόμενο και το διατακτικό απόφασης της Ολομέλειας του ΣτΕ ο Πρόεδρός του πριν αυτή δημοσιευθεί κατά τα προβλεπόμενα. Δεν είναι όμως και πρωτοφανές. Υπάρχουν υποθέσεις μείζονος σημασίας για τις οποίες, αν ο Πρόεδρος του ΣτΕ κρίνει ότι από τη διάσκεψη του δικαστηρίου μέχρι τη δημοσίευση της απόφασης μπορεί να υπάρχουν διαρροές ή φήμες που θα δημιουργήσουν σύγχυση στο κοινό, μπορεί να προχωρήσει στην ανακοίνωση της απόφασης με δική του πρωτοβουλία. Αυτό έγινε πρόσφατα σε τρεις υποθέσεις, για τα εμβόλια, την πανεπιστημιακή αστυνομία και τα Ναυπηγεία.

Ως προς την ουσία της υπόθεσης, αυτή δεν μπορεί προφανώς να αναλυθεί σε λίγες γραμμές. Υπάρχει όμως ένα πολύ ενδιαφερον στοιχείο, κρίσιμο για την έκβαση της υπόθεσης, που νομίζω ότι διαφεύγει της γενικής προσοχής. Και είναι το εξής: Με σχετικά πρόσφατη νομοθεσία άλλαξε -εν μέρει- το νομικό καθεστώς του χαρακτηρισμού των εκτάσεων που προκύπτουν από την επαναχάραξη του αιγιαλού. Ενώ παλιά τα κομμάτια γης μεταξύ της παλιάς και της νέας χάραξης ανήκαν στην ιδιωτική περιουσία του δημοσίου (βλ. ΕΤΑΔ) και μπορούσαν να αξιοποιηθούν και εκποιηθούν κατά βούληση, τώρα -και υπό προϋποθέσεις βεβαίως- αυτά τα κομμάτια θεωρούνται αμιγώς δημόσιο κτήμα οπότε πάμε σε άλλο καθεστώς. Και η νομική μάχη του Δήμου Χαϊδαρίου ήταν να αποδείξει ότι στην προκειμένη περίπτωση αυτές οι προϋποθέσεις πράγματι υφίστανται. Αυτή είναι και η ουσία επί της οποίας καλούνταν να αποφασίσει η Ολομέλεια του ΣτΕ. Αλλά αυτό ακριβώς, δηλαδή η επί της ουσίας κρίση ήταν και αυτό το οποίο «έτρεμε» κυριολεκτικά η ΕΤΑΔ. Όχι μόνο για την υπόθεση των Ναυπηγείων, αλλά και για το δεδικασμένο που θα μπορούσε να δημιουργηθεί και μάλιστα με νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο θα άνοιγε πολλές πληγές στην ΕΤΑΔ με τα δεκάδες ακίνητα στις παραλίες που αυτή έχει αξιοποιήσει ή σκέφτεται να αξιοποιήσει με ξενοδοχεία κλπ.

Αυτή η επί της ουσίας κρίση έπρεπε πάσει θυσία να αποφευχθεί. Και βρέθηκε η φόρμουλα της «αναρμοδιότητας», παρά το γεγονός ότι η ένσταση αυτή, δηλαδή της αναρμοδιότητας, είχε προβληθεί από την ΕΤΑΔ στο Τμήμα Αναστολών και είχε απορριφθεί»!

Βεβαίως βαθιά ανάσα πήρε και η κυβέρνηση.