Πένθος για τον ελληνικό Παραολυμπιακό αθλητισμό, όπως και για την πόλη μας. Ο Χρήστος Αγγουράκης, μια εμβληματική μορφή του αθλητισμού των ατόμων με αναπηρίες, πρωτοπόρος του Παραολυμπιακού Κινήματος στη χώρα μας, άφησε την τελευταία του πνοή την Τρίτη (22/02) σε ηλικία 70 ετών, μετά από σύντομη, άνιση μάχη με τον καρκίνο.

Ήταν διαπρεπής δημότης του Δήμου Χαϊδαρίου. Το όνομά του φέρει το Κλειστό Γυμναστήριο στο Δάσος. Την περίοδο 1990-1998 ο Χρήστος Αγγουράκης χρημάτισε πρόεδρος του Θριάμβου Χαϊδαρίου.

«Το Παραολυμπιακό κίνημα από σήμερα είναι σημαντικά φτωχότερο μετά από την απώλεια του παραολυμπιονίκη Χρήστου Αγγουράκη. Ο Χρήστος Αγγουράκης αποτελεί ιστορική μορφή για το Παραολυμπιακό κίνημα με μακριά αθλητική πορεία αλλά και σημαντική προσφορά από διοικητικές θέσεις. Ο Χρήστος με το ήθος του και την πληθωρική του προσωπικότητα εκτός από σπουδαίος αθλητής υπήρξε σεβαστός συνάδελφος στην Ελληνική Παραολυμπιακή Επιτροπή και καλός φίλος. Ο χαμός του μας προξενεί βαθιά λύπη και το κενό του θα είναι δυσαναπλήρωτο», δήλωσε η πρόεδρος της ΕΑΟΜ-ΑμεΑ, κ. Ιωάννα Καρυοφύλλη αναφερόμενη στο θάνατο του Χρήστου Αγγουράκη, του μοναδικού Έλληνα αθλητή με συμμετοχή σε επτά Παραολυμπιακούς Αγώνες.

Το βιογραφικό του

Γεννήθηκε στις 24 Αυγούστου 1952 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Έμεινε ανάπηρος (τετραπληγία) μετά από ατύχημα. Το 1976 ήταν ένας από τους τρεις αθλητές που πήραν μέρος στους Παραολυμπιακούς Αγώνες του Τορόντο, στην πρώτη ελληνική συμμετοχή σε Παραολυμπιακούς Αγώνες. Μετά την πρώτη συμμετοχή συνέχισε με επιτυχία την αθλητική του καριέρα συμμετέχοντας σε παγκόσμια πρωταθλήματα και σε όλους τους Παραολυμπιακούς Αγώνες ως το 2004 (Τορόντο, Άρνεμ, Σεούλ, Βαρκελώνη, Ατλάντα, Σίδνεϊ, Αθήνα).

Στη πολυετή Παραολυμπιακή καριέρα του κατέκτησε στον ακοντισμό ένα αργυρό μετάλλιο το 1992 και ένα χάλκινο το 1988 και στη σφαιροβολία δύο χάλκινα το 1992 και το 2004 στην Αθήνα. Στο βιογραφικό του έχει και δύο Παγκόσμια ρεκόρ στον ακοντισμό.

Ήταν σημαιοφόρος της ελληνικής αποστολής στους Παραολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα, το 2005 αναδείχθηκε καλύτερος Έλληνας αθλητής με αναπηρία στη ψηφοφορία των αθλητικών συντακτών (ΠΣΑΤ), ενώ το Κλειστό Γυμναστήριο Χαϊδαρίου φέρει το όνομά του.

“Τον πρώτο καιρό μετά το ατύχημα, δεν μπορούσα να καρφώσω την πατάτα με το πηρούνι”

Πριν από το ατύχημα που τον άφησε παράλυτο (το 1974 τραυματίσθηκε στην σπονδυλική στήλη έπειτα από βουτιά στη θάλασσα, γι’ αυτό συμβουλεύει όλους να βουτούν μόνο με τα πόδια) χόρευε σ’ ερασιτεχνικά συγκροτήματα, είχε μετάσχει σε σχολικά πρωταθλήματα στίβου ως δρομέας ημιαντοχής και είχε παίξει ποδόσφαιρο σ’ ερασιτεχνικές ομάδες. Το 1975 άρχισε, για θεραπευτικούς και κινησιολογικούς λόγους, να κολυμπάει σε πισίνα. Ετσι, το 1976, μαζί με τους Γρηγόρη Κομματά και Θωμά Κλεισιώτη πήγαν στους Παραολυμπιακούς. Κολύμπησε (8ος στα 25 μ. ύπτιο) και έτρεξε 100 μ. με αμαξίδιο, «σαράβαλο», όπως το χαρακτήρισε. H συμμετοχή εκεί αποσκοπούσε στην απόκτηση εμπειρίας και στην μεταφορά γνώσεων. Το 1977 ένας προπονητής στην Ουγγαρία, τον προέτρεψε ν’ ασχοληθεί με τις ρίψεις, γιατί «έχει φοβερό χέρι». Τον επόμενο χρόνο αναδείχθηκε πρωταθλητής κόσμου στην σφαιροβολία, ενώ στους Παραολυμπιακούς του 1980 ήταν 7ος σε σφαίρα και δίσκο. Ελειψε μόνο από τους αγώνες του 1984, διότι η Ελλάς δεν μετέσχε. Επίσης αγωνίσθηκε στο παγκόσμιο κύπελλο χορού με αμαξίδιο (η παρτενέρ είναι όρθια), όπου νίκησε. Δεν συνέχισε, γιατί είναι επίπονος ο χειρισμός του καροτσιού.

«Τον πρώτο καιρό μετά το ατύχημα, δεν μπορούσα να καρφώσω την πατάτα με το πηρούνι. Σήκωσα βαράκι 1 κ., το χέρι λύγισε, το βαράκι έπεσε στο στόμα κι έσπασε ένα δόντι. Τώρα κάνω 85 κ. στον πάγκο με μπάρα. Χρειάζονται επιμονή, υπομονή, πολλή δουλειά, αντοχή στον πόνο», είπε σε συνέντευξή του στην “Καθημερινή” το 2004.

Ο Αγγουράκης εθεωρείτο «πατέρας» όλων των ανάπηρων αθλητών. ‘Ηταν η ψυχή της ομάδας. «Ό,τι κάνω, το κάνω με αγάπη», έλεγε.

Είχε κι ένα άλλο ταλέντο, την ηθοποιία. Ήταν μέλος του θεατρικού τμήματος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Παραπληγικών και Κινητικά Αναπήρων και είχε παίξει Μολιέρο, Αριστοφάνη, Μποστ και έργα άλλων συγγραφέων.

Υπογράμμιζε ότι όλες τις επιτυχίες του τις όφειλε στη μητέρα μου, Παναγιώτα, στ’ αδέλφια του Χάρη και Σάκη και στην σύζυγό του, Ευθυμία, με την οποία παντρεύτηκαν το 1980 και το 1981 απέκτησαν τον Σωτήρη.