Χαϊδάρι Σήμερα Χαϊδαριώτης μετανάστης στο Λονδίνο - Το μετέωρο βήμα του γείτονά μου... 3
 
Η ιστορία που μού διηγήθηκε η Ίντα έχει ξανακουστεί. Έχουμε διαβάσει για άνεργους Έλληνες που πήραν το δρόμο της ξενιτιάς για να ζήσουν τις οικογένειές τους. Όταν όμως το ακούς από “γειτονάκια σου”, το πράγμα αλλάζει, ψηλαφίζεις τη μαυρίλα με τα χέρια σου, αισθάνεσαι στ’ αλήθεια ότι ζεις την ιστορία. Ότι αυτή δεν αφορά άλλους, για παράδειγμα κάποιους σαν κι αυτούς τους μελαμψούς νεαρούς που περνούν σαν σκιές δίπλα σου.
Βλέπεις στα μάτια του φίλου σου τον μεγαλύτερο εφιάλτη: την ανασφάλεια και μάλιστα αυτήν που ξεπηδάει από μια ζωή που τη νόμιζες “στρωμένη”. Και κοντά της ο πόνος του χωρισμού από την οικογενειακή εστία, το κλάμα των παιδιών, το μετέωρο βήμα στο άγνωστο για αναζήτηση δουλειάς κάπου πολύ μακριά.
 
Θα διηγηθώ την ιστορία της Ίντας, που συνέβη πριν δύο χρόνια, χωρίς μελοδραματισμό -όσο γίνεται- όπως μού την είπε η ίδια, που έχει ζήσει και και αυτή με τη σειρά της τη στιφή γεύση της μετανάστευσης από πολύ μικρή ηλικία, όταν μικρό κορίτσι άφησε το σπίτι της στα Τίρανα για να έρθει να δουλέψει στην Ελλάδα. Στέριωσε στο Χαϊδάρι και παντρεύτηκε. Να όμως που και ο Έλληνας άντρας της άφησε την Αθήνα, ψάχνοντας δουλειά στο Λονδίνο. Άμαθος όμως αυτός στο κρύο μέταλλο της φτώχειας και της μοναξιάς σε ξένο τόπο. Έτσι η ξενιτειά ξαναμπήκε στη ζωή της Ίντας, από άλλη πόρτα.
 
Ο Δημήτρης αντιμετώπισε ένα πρωί του Απρίλη αυτό που σαν σκέψη τον κρατούσε άγρυπνο κάθε βράδυ: την αναγγελία της απόλυσης από μια καλή δουλειά, του τεχνίτη σε βιομηχανία μετάλλου. Πώς θα πληρωθεί το νοίκι, τα φροντιστήρια των δύο παιδιών, οι καθημερινές ανάγκες; Έφυγε πρώτα για Θεσσαλονίκη, τόπο της καταγωγής του. Εκεί κατάλαβε ότι ισχύει αυτό που του έλεγαν οι φίλοι του: Η βόρεια Ελλάδα ήταν πιο βαθιά στην κρίση από την Αθήνα. 
 
Επέστρεψε απογοητευμένος. “Θα τα καταφέρετε με το ταμείο ανεργίας και τα μεροκάματα τής Ίντας”, του έλεγαν κάποιοι για να τον καθησυχάσουν. Όμως η αριθμητική της καθημερινότητας ήταν αμείλικτη. Ο Δημήτρης ήξερε ότι δεν “βγαίνει”. Άνθρωπος πολύ μετρημένος και εσωστρεφής, τρόμαξε τη γυναίκα του με τη σιωπή του. Το μυαλό του έπλασε λύσεις πολλές, όμως μετά από κάθε αναλαμπή ελπίδας, ερχόταν η προσγείωση. Τελικά, έπεσε η ιδέα να ψάξει για δουλειά έξω. Έχουν γνωστούς σε Γερμανία, Αγγλία, κάτι θα βρεθεί… “Και δεν θα πάω και λαθραίος, Ευρωπαίος πολίτης είμαι”, σκεφτόταν. Κάτι θα γίνει…
 
Γέμισε τη βαλίτσα του και ξεκίνησε ένα πρωί για Λονδίνο. Κάποιος τού είχε υποσχεθεί δουλειά σε εστιατόριο ενός Έλληνα, μαζί και δωμάτιο. Δεν του έδωσαν περισσότερες πληροφορίες. Μήπως είχε και τίποτε άλλο να κάνει; Με τα σχετικά καλά αγγλικά του έφτασε στον προορισμό του. Το εστιατόριο φαινόταν καλό. Όταν όμως μπήκε στο δωμάτιο, στο υπόγειο του κτηρίου, έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Φοβερή βρώμα και ένα σπασμένο κρεβάτι. “Θα δουλεύεις για 2,5 λίρες την ώρα”, του είπε το αφεντικό. “Έχουν πέσει κι εδώ πολύ τα μεροκάματα”. 
 
Ο Δημήτρης έφυγε από ‘κει. Δεν έφτασε στο Λονδίνο για να δουλεύει για λιγότερο από 4 ευρώ την ώρα! Κατάφερε να βρει ένα ξενοδοχείο όπου ζουν μετανάστες από διάφορες χώρες. Εκεί ένας Έλληνας τού είπε ότι θα βρει καλύτερο μεροκάματο σε έναν πατριώτη που διατηρεί πολλά εστιατόρια στην αγγλική πρωτεύουσα και φροντίζει Έλληνες μετανάστες που χτυπήθηκαν από την κρίση. 
 
Πήγε στο μαγαζί αυτό. Πράγματι έπιασε δουλειά, χωρίς όμως ακόμα να έχει συνεννοηθεί για το ύψος τού μεροκάματου. Το μόνο δεδομένο ήταν το ωράριο: ατέλειωτο! Ξεκινούσε στις 10 το πρωί και τέλειωνε και πολύ μετά τα μεσάνυχτα. Και έκανε τα πάντα. Τα πόδια του είχαν πρηστεί. 
 
Έκλεισε κρεβάτι στο ξενοδοχείο (όχι δωμάτιο, ένα μπάνιο για 18 άτομα) για 95 λίρες την εβδομάδα. Έλπιζε τις πρώτες μέρες ότι ο μισθός του θα ήταν αρκετός για να στέλνει κάτι καλό πίσω στο σπίτι. Ώρες ώρες η μαυρίλα άφηνε χαραμάδα και σε καμιά πιο αισιόδοξη σκέψη. 
Δεν έλεγε και πολλά στην Ίντα. Ούτε και αυτή του είπε ότι πήγε στο γιατρό τη μικρή κόρη γιατί είχε δύσπνοιες… “Κρίσεις άγχους, θα το παρακολουθήσουμε”, γνωμάτευσε ο γιατρός. 
Πέρασαν μερικοί μήνες, ο μισθός ήταν 4 λίρες και όχι για όλες τις ώρες. Δεν περίσσευε τίποτε. Πήρε το αεροπλάνο και γύρισε. Μπήκε πάλι στο αμίλητο ψάξιμο… Ξανάφυγε για τον τόπο καταγωγής του. Το ζευγάρι χώρισε.
 
Μενέλαος Χρόνης