Αόρατος φονιάς – Έτσι δημιουργείται ο θερμικός θόλος πάνω από μία αστική περιοχή

Χαϊδάρι Σήμερα
Από Χαϊδάρι Σήμερα - Τοπικός Τύπος
11 Λεπτά Ανάγνωσης

Ιωάννης Παναγιωτούλιας

Στο Θριάσιο Πεδίο και στην Ελευσίνα δεν μιλάμε πλέον απλώς για περισσότερη ζέστη, αλλά για τον κίνδυνο να διαμορφωθεί ένας πραγματικός θερμικός θόλος πάνω από την περιοχή. Ένας τόπος όπου η άσφαλτος, το τσιμέντο, οι βιομηχανικές στέγες, τα λιμάνια, οι οδικοί άξονες, τα φορτηγά και οι εκτεταμένες σκληρές επιφάνειες θα αποθηκεύουν θερμότητα την ημέρα και θα την επιστρέφουν τη νύχτα. Ένας τόπος όπου δεν θα μπορείς να σταθείς την ημέρα και δεν θα μπορείς να ξεκουραστείς ούτε τη νύχτα.

Έτσι μειώνεται η φυσική ψύξη, αυξάνεται η αποθήκευση θερμότητας και η πόλη αδυνατεί να δροσιστεί ακόμη και τη νύχτα. Και η νύχτα είναι κρίσιμη καθώς όταν η πόλη δεν κρυώνει, δεν ξεκουράζεται ούτε ο άνθρωπος. Το σώμα δεν αποφορτίζεται, η καρδιά, οι πνεύμονες και ο οργανισμός συνεχίζουν να πιέζονται. Για αυτό η αστική θερμική νησίδα είναι τόσο ύπουλη καθώς δεν τελειώνει όταν δύει ο ήλιος. Συνεχίζει μέσα στα σπίτια, στις γειτονιές, στις αυλές, στα σχολεία, στους χώρους εργασίας, στους δρόμους και στις στάσεις.

Η αστική θερμική νησίδα δεν αποτελέι πλεον ένα θεωρητικό περιβαλλοντικό φαινόμενο, αλλά ένα μηχανισμό που επηρεάζει άμεσα την υγεία, την οικονομία, την καθημερινότητα και την κοινωνική ζωή. Δημιουργείται όταν το φυσικό έδαφος, η βλάστηση και οι ελεύθεροι χώροι αντικαθίστανται από αδιαπέραστες επιφάνειες, όπως σκυρόδεμα, άσφαλτος, στέγες, χώροι στάθμευσης και μεγάλες εγκαταστάσεις.

Στο Θριάσιο Πεδίο το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο, καθώς η περιοχή είναι ήδη επιβαρυμένη από βιομηχανία, logistics, λιμενικές δραστηριότητες, βαριά κυκλοφορία, εμπορευματικές εγκαταστάσεις και περιορισμένο έως ανύπαρκτο πράσινο. Αν σε αυτό το ήδη φορτισμένο περιβάλλον προστεθούν νέες ή διευρυμένες λιμενικές δραστηριότητες, νέοι οδικοί αξονες, περισσότερα φορτηγά, νέες αποθήκες και νέες επεκτάσεις χωρίς αυστηρούς βιοκλιματικούς κανόνες, τότε δεν θα μιλάμε για ανάπτυξη με μέτρο αλλά για συσσώρευση θερμότητας, ρύπανσης και κοινωνικού κόστους.

Οι λιμενικές, οδικές, βιομηχανικές και εμπορευματικές δραστηριότητες δεν είναι ουδέτερες για το μικροκλίμα. Λιμάνια, logistics, αποθήκες, βιομηχανικές εγκαταστάσεις και μεγάλοι οδικοί άξονες αυξάνουν την κυκλοφορία, τα βαρέα οχήματα, τις ασφαλτοστρώσεις, τους χώρους στάθμευσης και την ανθρωπογενή θερμότητα. Κάθε φορτηγό, καθε μηχανή, κάθε ψυκτική μονάδα, κάθε κλιματιστικό και κάθε μεγάλη εγκατάσταση προσθέτει θερμικό φορτίο στον αέρα. Έτσι, η περιοχή δεν θερμαίνεται μόνο από τον ήλιο αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η οικονομική δραστηριότητα πάνω στον χώρο.

Η επιβάρυνση όμως δεν είναι μόνο θερμική. Η αύξηση της κυκλοφορίας, των βαρέων οχημάτων, των λιμενικών και εμπορευματικών δραστηριοτήτων σημαίνει και περισσότερα καυσαέρια, περισσότερα αιωρούμενα σωματίδια και μεγαλύτερη πίεση στην ποιότητα του αέρα. Σε συνθήκες υψηλής θερμοκρασίας, η ατμοσφαιρική ρύπανση γίνεται ακόμη πιο επιβαρυντική για τον ανθρώπινο οργανισμό, ιδιαίτερα για τα παιδιά, τους ηλικιωμένους, τους ανθρώπους με αναπνευστικά ή καρδιολογικά προβλήματα και τους εργαζόμενους που εκτίθενται καθημερινά σε εξωτερικούς χώρους. Έτσι, η αστική θερμική νησίδα δεν λειτουργεί μόνη της, αλλα συνδυάζεται με τα καυσαέρια και τη ρύπανση, δημιουργώντας ένα διπλό φορτίο για την υγεία και την ποιότητα ζωής.

Μελέτες για την Αθήνα έχουν δείξει ότι σε υψηλές θερμοκρασίες οι θάνατοι ηλικιωμένων από καρδιοαναπνευστικά αίτια αυξάνονται περίπου κατά 20%, ενώ σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες η αύξηση φτάνει περίπου το 35 %. Σε περιόδους έντονης θερμικής επιβάρυνσης και καύσωνα, η περίσσεια θνησιμότητας έχει υπολογιστεί περίπου από 20,6 % έως 23 %. Αυτό σημαίνει ότι η ζέστη δεν είναι απλώς δυσφορία. Είναι παράγοντας κινδύνου για την ανθρώπινη ζωή, ιδιαίτερα για ηλικιωμένους, παιδιά, ασθενείς και εργαζόμενους σε εξωτερικούς χώρους.

Το πρόβλημα όμως δεν σταματά στην υγεία. Μεταφέρεται και στην τσέπη των νοικοκυριών. Όσο αυξάνεται η θερμοκρασία, τόσο αυξάνεται και η ανάγκη για κλιματισμό. Διεθνείς αποτιμήσεις δείχνουν ότι η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας για ψύξη μπορεί να αυξάνεται περίπου από 1 % έως 9 % για κάθε αύξηση περίπου 1,1 °C της θερμοκρασίας. Αυτό σημαίνει μεγαλύτερους λογαριασμούς ρεύματος, μεγαλύτερη ενεργειακή φτώχεια, περισσότερη πίεση στα νοικοκυριά και μεγαλύτερη επιβάρυνση του ηλεκτρικού δικτύου τις πιο δύσκολες ημέρες του καλοκαιριού.

Τα στοιχεία για τη θνησιμότητα και την αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας βασίζονται σε διαθέσιμες επιστημονικές μελέτες για την Αθήνα και σε διεθνείς αποτιμήσεις για την αστική θερμική νησίδα.

Επιπλέον ενας θερμικά αφόρητος τόπος χάνει και την κοινωνική του ζωή. Οι πλατείες αδειαζουν, οι πεζοί αποφεύγουν να κυκλοφορήσουν, οι στάσεις λεωφορείων γίνονται σημεία ταλαιπωρίας, τα σχολεία δυσκολεύονται να λειτουργήσουν σε συνθήκες καύσωνα και οι εργαζόμενοι εκτίθενται σε μεγαλύτερη καταπόνηση. Η πόλη κλείνεται στα σπίτια της, ο δημόσιος χώρος ερημώνει και η καθημερινότητα γίνεται πιο δύσκολη για όλους.

Υπάρχει και η οικονομική διάσταση για την ίδια την πόλη. Μια περιοχή χωρίς σκιά, χωρίς δροσερές διαδρομές, χωρίς πράσινες πλατείες και χωρίς ανεκτό δημόσιο χώρο χάνει επισκεψιμότητα. Η Ελευσίνα έχει ιστορία, πολιτισμό, αρχαιολογικό πλούτο και δυνατότητα να προσελκύει ανθρώπους. Όμως ποιος θα περπατήσει σε μια πόλη που καίει; Ποιος θα καθίσει σε μια πλατεία χωρίς δέντρα; Ποιος θα επισκεφθεί έναν πολιτιστικό ή αρχαιολογικό χώρο όταν η διαδρομή μέχρι εκεί είναι θερμικά εξαντλητική;

Η μείωση της επισκεψιμότητας δεν είναι απλώς θέμα εικόνας, αλλά επηρεάζει την τοπική αγορά, τα καφέ, τα εστιατόρια, τα μικρά καταστήματα, τις πολιτιστικές δράσεις και τις υπαίθριες εκδηλώσεις. Όταν ο δημόσιος χώρος γίνεται αφόρητος, η πόλη χάνει ζωή. Και όταν χάνει ζωή, χάνει και οικονομική δυναμική.

Παράλληλα η τσιμεντοποίηση αυξάνει και τον πλημμυρικό κίνδυνο. Η ίδια επιφάνεια που το καλοκαίρι καίει, τον χειμώνα δεν αφήνει το νερό να απορροφηθεί. Το νερό κινείται ταχύτερα στην επιφάνεια, φορτίζει τα ρέματα και αυξάνει τις αιχμές απορροής. Σε μια περιοχή όπως το Θριάσιο και η Δυτική Αττική, με γνωστή πλημμυρική ευπάθεια, αυτό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον ζήτημα.

Το Θριάσιο και η Ελευσίνα χρειάζονται ένα νέο πολεοδομικό και περιβαλλοντικό συμβόλαιο. Κάθε νέο έργο κάθε λιμενική επέκταση, κάθε οδικός άξονας, κάθε βιομηχανική εγκατάσταση και κάθε εμπορευματικό κέντρο πρέπει να αξιολογείται όχι μόνο ως επένδυση αλλά και ως θερμικό, υγειονομικό, ενεργειακό, κυκλοφοριακό, πλημμυρικό και κοινωνικό αποτύπωμα.

Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσες θέσεις εργασίας ή πόσα τετραγωνικά μέτρα θα φέρει μια νέα υποδομή. Το ερώτημα είναι και πόση θερμότητα προσθέτει, πόσα βαρέα οχήματα φέρνει, πόση γη σφραγίζει, πόσο πράσινο αφαιρεί, πόσο αυξάνει την κατανάλωση ρεύματος, πόσο επιβαρύνει τα νοικοκυριά, πόσο μειώνει την επισκεψιμότητα και πόσο δυσκολεύει τη ζωή των κατοίκων.

Το κόστος όμως δεν θα είναι μόνο περιβαλλοντικό ή κοινωνικό. Θα γίνει αναπόφευκτα και πολιτικό κόστος. Όσο η περιοχή θα θερμαίνεται, όσο οι λογαριασμοί ρεύματος θα αυξάνονται, όσο τα νοικοκυριά θα πιέζονται, όσο η υγεία των πολιτών θα επιβαρύνεται, όσο η επισκεψιμότητα θα μειώνεται και όσο ο δημόσιος χώρος θα γίνεται λιγότερο βιώσιμος, τόσο οι πολιτικές επιλογές του σήμερα θα επιστρέφουν ως προβλήματα του αύριο.

Οι διοικήσεις και οι πολιτικοι δεν θα έχουν τότε να διαχειριστούν απλώς παράπονα πολιτών, αλλά τεράστια κόστη σε υγεία, ενέργεια, υποδομές, αντιπλημμυρική προστασία, κοινωνική συνοχή και κλιματική προσαρμογή. Και το πιο δύσκολο είναι ότι οι λύσεις δεν ωριμάζουν από τη μια μέρα στην άλλη. Τα δέντρα χρειάζονται χρόνια για να δώσουν σκιά, οι πράσινες υποδομές απαιτούν σχεδιασμό, οι καινοτομίες στην ενέργεια και στα υλικά χρειάζονται χρόνο, οι αλλαγές στον πολεοδομικό σχεδιασμό καθυστερούν, και τα μεγάλα έργα προσαρμογής απαιτούν χρήματα, θεσμική συνέχεια και πολιτική βούληση.

Αν λοιπόν σήμερα αγνοηθεί το πρόβλημα, αύριο το τίμημα θα είναι πολύ βαρύτερο, οικονομικά, περιβαλλοντικά, κοινωνικά και πολιτικά. Η αστική θερμική νησίδα δεν θα είναι τότε μια επιστημονική προειδοποίηση. Θα είναι μια καθημερινή κρίση που οι επόμενες διοικήσεις θα κληθούν να πληρώσουν ακριβά.

Αν δεν αλλάξουμε πορεία η περιοχή κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν θερμικό θόλο από άσφαλτο, τσιμέντο, λαμαρίνα, φορτηγά, ρύπους και αποθηκευμένη θερμότητα. Έναν τόπο όπου η ανάπτυξη θα μετριέται σε εγκαταστάσεις και υποδομές, αλλά η ζωή θα χάνει σε υγεία, αντοχή, οικονομία και αξιοπρέπεια.

Αν θέλουμε η Ελευσίνα και το Θριάσιο να έχουν μέλλον πρέπει να μπουν κανόνες με αυστηρούς βιοκλιματικούς όρους δόμησης, υποχρεωτική φύτευση, ελάχιστα ποσοστά διαπερατών επιφανειών, ψυχρά υλικά, σκίαση σε σχολεία, στάσεις, πεζοδρόμια και πλατείες, προστασία ρεμάτων και ουσιαστικός έλεγχος των σωρευτικών επιπτώσεων.

Τα ερωτήματα λοιπόν μετά από όλα αυτά τα έργα που εξαγγέλλονται χωρίς σαφή πράξη εφαρμογής και χωρίς επαρκή δημόσια τεκμηρίωση των σωρευτικών επιπτώσεων, είναι πολλά. Θα μπορεί ακόμη να ζει άνθρωπος εδώ; Θα μπορεί ένα παιδί να περπατά μέχρι το σχολείο; Θα μπορεί ένας ηλικιωμένος να κάθεται σε μια πλατεία; Θα μπορεί ένας εργαζόμενος να περιμένει σε μια στάση χωρίς να ψήνεται; Θα μπορεί μια οικογένεια να κοιμηθεί το βράδυ χωρίς να πνίγεται από τη ζέστη;

Το Θριάσιο είναι τόπος ζωής με ανθρώπους, παιδιά, σχολεία, εργαζόμενους, ηλικιωμένους, ιστορία και πολιτισμό. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν χώρος χωρίς ορια. Τα όρια αυτά έχουν ήδη αρχίσει να φαίνονται και οι προειδοποιήσεις είναι μπροστά μας. Το ερώτημα είναι αν θα τις ακούσουμε τώρα ή αν θα τις πληρώσουμε αργότερα πολύ ακριβότερα.

Ιωάννης Π. Παναγιωτούλιας (Ερευνητής της περιοχής)

Μοιραστείτε το άρθρο:
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *