Η ιέρεια του λαϊκού τραγουδιού γεννήθηκε στην Αγία Βαρβάρα, τότε που η Αθήνα δεν είχε ακόμη γίνει πόλη χωρίς μνήμη

Χαϊδάρι Σήμερα
Από Χαϊδάρι Σήμερα - Τοπικός Τύπος
8 Λεπτά Ανάγνωσης
Η1 φωτογραφία είναι από την εποχή που τραγούδησε "τα σκουριασμένα χείλη" και ο Κραουνάκης της έβγαλε όλη την θηλυκότητα που έκρυβε.

από Manos Lambrakis

Γεννήθηκα στην Αγία Βαρβάρα τότε που η Αθήνα δεν είχε ακόμη γίνει πόλη χωρίς μνήμη. Ήταν άλλος κόσμος. Χώματα, πηγάδια, αυλές, γυναίκες που μιλούσαν χαμηλόφωνα τα καλοκαίρια καθαρίζοντας φασολάκια, άντρες κουρασμένοι από τη δουλειά και τον πόλεμο, άνθρωποι που δεν εξηγούσαν πολλά γιατί είχαν δει πολλά. Δέκα σπίτια όλα κι όλα τριγύρω και μια αίσθηση πως η ζωή βρίσκεται ακόμη κοντά στη γη. Ο πατέρας μου είχε το ωραιότερο γραμμόφωνο της γειτονιάς. Αυτό θυμάμαι πιο έντονα από όλα. Το γραμμόφωνο. Έβαζα το αυτί μου επάνω του σαν να προσπαθούσα να ακούσω τον ίδιο τον κόσμο να ανασαίνει. Ο Στράτος, ο Μάρκος, ο Τσιτσάνης, ο Κυριακός. Αυτές οι φωνές δεν έμπαιναν απλώς μέσα μου. Με διαμόρφωναν. Και σήμερα ακόμη πιστεύω πως ο άνθρωπος δεν τραγουδά πραγματικά ό,τι μαθαίνει. Τραγουδά αυτό που άκουσε παιδί χωρίς να το καταλαβαίνει.

Η γειτονιά μου είχε φτώχεια αλλά όχι ασχήμια. Αυτό δεν το καταλαβαίνουν εύκολα σήμερα. Η μεταπολεμική Ελλάδα ήταν φτωχή αλλά είχε ακόμη μια αίσθηση λαϊκής αξιοπρέπειας. Οι άνθρωποι ντρέπονταν, αγαπούσαν, πενθούσαν αλλιώς. Δεν υπήρχε αυτή η ακατάπαυστη φασαρία του σήμερα. Υπήρχε σιωπή. Και μέσα στη σιωπή αυτή μεγάλωσα εγώ. Ανέβαινα στις ταράτσες με μια παλιά σωλήνα για μικρόφωνο και τραγουδούσα κοιτώντας τις αμυγδαλιές και τα χωράφια. Νομίζω πως εκεί γεννήθηκε η φωνή μου. Όχι στα στούντιο. Όχι στα πάλκα. Στην ανάγκη ενός κοριτσιού να ακουστεί μέσα σε έναν κόσμο που δεν μιλούσε εύκολα για όσα πονούσαν.

Η Μοσχολιού δεν τραγούδησε ποτέ για να εντυπωσιάσει. Αυτό το κατάλαβα πολύ αργά. Στην αρχή νόμιζα πως τραγουδούσα επειδή είχα καλή φωνή. Ύστερα κατάλαβα ότι τραγουδούσα για να μη σπάσω. Το λαϊκό τραγούδι είναι ακριβώς αυτό: άνθρωποι που κρατιούνται όρθιοι την τελευταία στιγμή πριν λυγίσουν. Γι’ αυτό όταν ο Θεοδωράκης είπε «η φωνή σου είναι βιολοντσέλο», δεν μιλούσε για χροιά. Μιλούσε για το βάθος του τραύματος. Οι μεγάλες λαϊκές φωνές δεν έχουν μόνο τεχνική. Έχουν πληγή. Κι εγώ ήμουν γεμάτη πληγές που δεν ήξερα να εξηγώ. Η δική μου γενιά δεν ψυχολογούσε τον εαυτό της. Τραγουδούσε τον καημό της και συνέχιζε.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΚΑΙ ΑΥΤΟ:
Σπάνιο υλικό: Η Βίκυ Μοσχολιού στην αυλίτσα όπου μεγάλωσε

Όταν βγήκα πρώτη φορά στην «Τριάνα» με τον Μπιθικώτση, αισθάνθηκα ότι μπαίνω σε ένα μεγάλο νυχτερινό σχολείο της Ελλάδας. Εκεί έβλεπες όλη τη χώρα συγκεντρωμένη: εργάτες, ναυτικούς, ανθρώπους της βιοπάλης, γυναίκες μόνες, άντρες που είχαν χάσει αδέλφια στον Εμφύλιο και δεν μιλούσαν ποτέ γι’ αυτό. Το λαϊκό πάλκο τότε δεν ήταν διασκέδαση. Ήταν σχεδόν κοινωνική λειτουργία. Οι άνθρωποι έρχονταν να ξεχάσουν, να πιουν, να ερωτευτούν, να πονέσουν μαζί. Και το κοινό καταλάβαινε αμέσως ποιος είναι αληθινός και ποιος όχι. Ο λαϊκός άνθρωπος μπορεί να μην ξέρει θεωρία, αλλά καταλαβαίνει το ψέμα αμέσως. Εγώ δεν ήξερα ποτέ να υποκρίνομαι. Ούτε στη ζωή ούτε στο τραγούδι.

Πολλοί με είπαν συντηρητική. Και ίσως να ήμουν. Πίστευα στον Θεό, στην οικογένεια, στην πατρίδα. Δεν ντράπηκα ποτέ να το πω. Αλλά υπάρχει κάτι που δεν κατάλαβαν πολλοί διανοούμενοι εκείνα τα χρόνια: ότι ο λαϊκός άνθρωπος μπορεί να είναι βαθιά παραδοσιακός και ταυτόχρονα βαθιά ελεύθερος. Εγώ δεν μάσαγα εύκολα απέναντι στην εξουσία. Τραγουδούσα Θεοδωράκη όταν ήταν απαγορευμένος όχι για να κάνω αντίσταση θεατρικά, αλλά γιατί δεν άντεχα την αδικία. Ο γενναίος άνθρωπος δεν κοκορεύεται. Κάνει αυτό που θεωρεί σωστό και προχωρά. Και η δική μου γενιά είχε ακόμη αυτή την ηθική. Δεν κάναμε δημόσιες δηλώσεις ηρωισμού κάθε μέρα. Κρατούσαμε μέσα μας μια γραμμή και προσπαθούσαμε να μην την προδώσουμε.

Ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης, ο Ξαρχάκος, ο Ζαμπέτας… όλοι διαφορετικοί κόσμοι. Και όμως όλοι κουβαλούσαν την ίδια μεγάλη αγωνία για την Ελλάδα. Σήμερα οι άνθρωποι ξεχνούν ότι το τραγούδι εκείνης της εποχής δεν ήταν αποκομμένο από την Ιστορία. Η Ελλάδα μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο προσπαθούσε να σταθεί όρθια. Και το λαϊκό τραγούδι έγινε η μεγάλη υπόγεια ψυχανάλυση αυτής της χώρας. Οι άνθρωποι που δεν μπορούσαν να μιλήσουν για τον πόνο τους, τον τραγουδούσαν. Γι’ αυτό τα τραγούδια εκείνα αντέχουν ακόμη. Γιατί μέσα τους υπάρχει αληθινή ζωή. Αληθινή φτώχεια. Αληθινός έρωτας. Αληθινή απώλεια. Όχι κατασκευή.

Με τη Μαρινέλλα μας έβαζαν συνεχώς απέναντι λες και ήμασταν δύο στρατόπεδα. Δεν το έβλεπα έτσι. Η Μαρινέλλα ήταν μεγάλη αρτίστα, εξωστρεφής, λαμπερή, θεατρική. Εγώ ήμουν αλλιώς. Πιο εσωτερική. Πιο δωρική ίσως. Δεν με ενδιέφερε να κατακτήσω τη σκηνή με εντυπωσιασμό. Ήθελα να μπω μέσα στο τραγούδι. Να το πω σαν να αφορά τη ζωή μου. Και πολλές φορές αφορούσε πράγματι τη ζωή μου. Το «Χάθηκε το φεγγάρι», τα «Δειλινά», τα «Τραίνα»… δεν τα είπα ποτέ σαν επιτυχίες. Τα είπα σαν να μιλούσα για ανθρώπους που ήξερα. Για γειτονιές που είχα δει. Για γυναίκες που περίμεναν κάποιον να γυρίσει και δεν γύριζε ποτέ.

Όσο περνούσαν τα χρόνια, φοβόμουν κάτι περισσότερο κι από τη φθορά της φωνής. Φοβόμουν μήπως χάσω τη λαϊκότητά μου. Μήπως απομακρυνθώ τόσο από τη γειτονιά μου ώστε πάψω να καταλαβαίνω τον κόσμο που με έκανε αυτό που έγινα. Υπάρχει μια στιγμή πολύ επικίνδυνη για κάθε καλλιτέχνη: όταν αρχίζει να πιστεύει τον μύθο του. Εγώ δεν τον πίστεψα ποτέ πραγματικά. Ίσως γιατί μέσα μου έμενα πάντα το κορίτσι από την Αγία Βαρβάρα που άκουγε γραμμόφωνο με ανοιχτό το παράθυρο. Γι’ αυτό και έφυγα από τα «μπουλούκια» και πήγα στις μπουάτ. Ήθελα να με ακούνε προσεκτικά. Χωρίς σπασμένα πιάτα. Χωρίς φασαρία. Ήθελα το τραγούδι να επιστρέψει ξανά στην ουσία του.

Καμιά φορά με ρωτούν γιατί ο κόσμος ακόμη ακούει τη Μοσχολιού. Δεν ξέρω αν είναι η φωνή. Υπήρξαν μεγάλες φωνές στην Ελλάδα. Νομίζω πως ο κόσμος αναγνωρίζει όταν κάποιος έμεινε ίδιος μέσα στον χρόνο. Δεν άλλαξα αυτά που πίστευα επειδή άλλαζαν οι εποχές. Δεν προσπάθησα να γίνω κάτι άλλο για να φανώ μοντέρνα ή αποδεκτή. Αυτό είναι τελικά το πιο σπάνιο. Να μένεις ο εαυτός σου χωρίς να γίνεσαι φανατικός ή σκληρός. Να κρατάς την πίστη σου, τη λαϊκότητά σου, τη ντροπή σου, την αξιοπρέπειά σου μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει συνεχώς προσωπείο.

Στο τέλος της ζωής, ξέρετε, δεν σκέφτεσαι τις επιτυχίες. Σκέφτεσαι εικόνες. Τη μάνα σου στην αυλή. Το γραμμόφωνο του πατέρα σου. Ένα καλοκαιρινό βράδυ στην Αγία Βαρβάρα. Τον Ζαμπέτα να γελά. Τον Θεοδωράκη να σηκώνει τα χέρια σαν να διευθύνει ολόκληρη τη μοίρα αυτού του τόπου. Τον Χατζιδάκι στο πιάνο στο Λονδίνο. Και πάνω απ’ όλα σκέφτεσαι τον κόσμο. Τον άγνωστο κόσμο που κράτησε τη φωνή σου μέσα στη ζωή του. Ο τραγουδιστής δεν ανήκει ούτε στις εταιρείες ούτε στα βραβεία ούτε στις εφημερίδες. Ανήκει σε εκείνον τον μοναχικό άνθρωπο που έβαλε κάποια νύχτα έναν δίσκο σου στο σκοτάδι και αισθάνθηκε πως κάποιος κατάλαβε τον καημό του χωρίς να χρειαστεί να πει ούτε μία λέξη.

Μοιραστείτε το άρθρο:
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *