Γιώργος Ευτυχίδης & Βάσω Βαρελά*

Η πυρκαγιά στο Νέο Βουτζά και το Μάτι το 2018 ήταν το πιο ηχηρό μήνυμα για τη νέα εποχή στην προστασία των πολιτών και την ανθεκτικότητα της κοινωνίας στους φυσικούς κινδύνους και τις νέες συνθήκες που διαμορφώνει η κλιματική αλλαγή. Μια κοινωνία που θεωρούσε ότι όπως οι πολιτικοί έτσι και η φύση θα συναινούσε στις αυθαιρεσίες και θα συγχωρούσε την αδιαφορία  για τα στοιχειώδη της ασφάλειας ήρθε αντιμέτωπη με τον εαυτό της.

Με βαρύ τίμημα αποδείχτηκε ότι η ώρα που το χαλί δεν χωράει να κρύψει τίποτε άλλο από κάτω έχει φτάσει. Και όμως τέσσερα χρόνια μετά από μια καταστροφική πυρκαγιά με τραγικές συνέπειες ούτε η κοινωνία ούτε η πολιτεία φαίνεται να έχουν συνειδητοποιήσει ότι η προστασία από τις φυσικές καταστροφές είναι θέμα κουλτούρας και φιλοσοφίας πρόληψης και όχι επικοινωνιακής διαχείρισης  και  διαθεσιμότητας προϋπολογισμών για να αντιμετωπιστούν οι συνέπειές τους.

Όπως διαπιστώθηκε για πολλοστή φορά μετά τον απολογισμό της πυρκαγιάς στο Μάτι υπάρχουν χρόνια και σοβαρά υποκείμενα αίτια που εντάσσουν το ελληνικό σύστημα δασοπυρόσβεσης στους μηχανισμούς υψηλού ρίσκου από πλευράς απόδοσης και αποτελεσματικότητας. Βασικές αδυναμίες είναι η πριμοδότηση της καταστολής έναντι της  πρόληψης, η στρεβλή ταύτιση της δασοπυρόσβεσης με την αεροπυρόσβεση, η ανυπαρξία  σχεδιασμού και μέτρων προστασίας και ασφαλείας στις ζώνες μείξης δασών-οικισμών, η διαταραγμένη σχέση ανθρώπου και δάσους και η εγκατάλειψη της διαχείρισης των δασών με την υποβάθμιση και απαξίωση των δασικών υπηρεσιών. Τέλος είναι σημαντική η έλλειψη ενός επιστημονικού οργανισμού που να σχεδιάζει προληπτικά, να έχει επίγνωση της κατάστασης, να συμβουλεύει σε μόνιμη βάση την πολιτεία και να συντονίζει το έργο της διαχείρισης του προβλήματος των δασικών πυρκαγιών σε εθνικό επίπεδο.

Οι διαπιστώσεις και οι επισημάνσεις αυτές δεν έχουν κανένα νόημα εάν δεν υιοθετηθούν από την πολιτεία και την κοινωνία την ίδια. Δυστυχώς οι κοινωνίες των επισημάνσεων δεν έχουν προοπτική επιβίωσης σε ένα περιβάλλον όπου η κλιματική αλλαγή ευνοεί την καταστροφικότητα των φαινομένων και κάνει τους μηχανισμούς καταστολής να φαντάζουν νάνοι μπροστά στη μανία της φύσης. Όλη η Ευρώπη ζει πλέον σε ένα φυσικό περιβάλλον όπου η φωτιά κρύβεται πλέον σε κάθε σπιθαμή του φυσικού είτε του ανθρωπογενούς τοπίου. Μόνο η επιστημονικά τεκμηριωμένη και ολοκληρωμένη διαχείριση του προβλήματος  μπορεί να έχει μεσομακροπρόθεσμη προοπτική λύσης σε αυτό το πλαίσιο.

Τέσσερα χρόνια μετά τη μικρότερη πυρκαγιά με τα περισσότερα θύματα στην ιστορία της δασοπυρόσβεσης στη χώρα, το Μάτι προβάλλεται σαν μια άτυχη στιγμή ενός επιτυχημένου συστήματος. Δεν έχει γίνει η παραμικρή συστηματική προσπάθεια  για να κεφαλαιοποιηθεί η εμπειρία από τις απώλειες ώστε να αλλάξει η νοοτροπία του πολίτη για την προστασία του από τους φυσικούς κινδύνους  ενώ η πολιτεία έχει πλέον παγιώσει την αντίληψή της για την πρόληψη στη γενίκευση του μέτρου των προληπτικών εκκενώσεων. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα ζητηθεί να εκκενώσουμε προληπτικά τη χώρα σε περίπτωση που υπάρξουν πληροφορίες ότι κάποιοι γείτονες κινούνται προς τα σύνορά μας.

Προφανώς η ασφάλεια των πολιτών, ιδιαίτερα στους οικισμούς που βρίσκονται μέσα η κοντά σε δασική βλάστηση, πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα για την πολιτεία. Σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορεί να γίνεται, τέσσερα χρόνια μετά το Μάτι, στρατηγική η οριζόντια χρήση τυφλών και μαζικών εκκενώσεων. Η νομοθεσία προβλέπει  οργανωμένη προληπτική απομάκρυνση των πολιτών. Προφανώς όμως ο νομοθέτης δεν εννοεί σαν οργάνωση την αποστολή sms για την εγκατάλειψη χωριών και οικισμών που ίσως απειληθούν και χωρίς να είναι γνωστή η ικανότητα και η δυνατότητα της προστασίας τους από την πυρκαγιά! Χρειάζεται προεργασία και ενημέρωση ώστε να γνωρίζουν οι αρχές της αυτοδιοίκησης και οι πολίτες τι θα πρέπει να κάνουν οι ίδιοι όταν θα λάβουν σχετικά μηνύματα αλλά και τι θα κάνουν οι αρχές για να προστατεύσουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους που τους προτρέπουν να εγκαταλείψουν.

Υπάρχει σε πολλές περιπτώσεις η ανάγκη και η δυνατότητα να αντιμετωπιστεί η φωτιά από τους κατοίκους, ιδίως σε αγροδασικές περιοχές όπου υπάρχει διαχρονική σχέση των κατοίκων με το δάσος και τις πυρκαγιές όπως ήταν η περίπτωση της Βόρειας Εύβοιας. Η αγωνιώδης προσπάθεια της πολιτείας να μην υπάρχουν ανθρώπινες απώλειες είναι κατανοητή αλλά απαιτεί κατάλληλο σχεδιασμό και πρόνοιες για να αποφεύγονται οι παράπλευρες απώλειες. Όπως ανέφερε ο Γιάννης Ιωαννίδης καθηγητής ιατρικής του Πανεπιστημίου Stanford, η εβδομάδα με το μεγαλύτερο αριθμό απωλειών στην Ελλάδα ήταν η πρώτη εβδομάδα του Αυγούστου 2021 με 1.500 νεκρούς, η εβδομάδα δηλαδή των μεγάλων εκκενώσεων…

Το Μάτι ανέδειξε ότι ακόμη και αν η πολιτεία βρίσκει τρόπους να νομιμοποιεί την αυθαιρεσία, που η ίδια καλλιεργεί, η φύση αφήνει στην τύχη το θέμα της επιβίωσής μας εφόσον συλλογικά δεν τη σεβόμαστε. Η ζωή σε έναν οικισμό που είναι σε μείξη με δασική βλάστηση είναι όμορφη όσο αντιλαμβανόμαστε ότι η ομορφιά έχει σαν τίμημα τη διαχείριση του κινδύνου που κρύβει. Και η χώρα είναι σπαρμένη με  «όμορφα Μάτια» έτοιμα να χαθούν στις φλόγες όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν.

Τέσσερα χρόνια μετά την εμπειρία στο Νέο Βουτζά και το Μάτι προσδιορίστηκαν οι οικισμοί που είναι σε μείξη με δασική βλάστηση. Έγιναν όμως τοπικά σχέδια με βάση ένα πρότυπο για τον τρόπο που θα πρέπει να γίνεται η διαχείριση του κινδύνου πυρκαγιάς σε αυτές τις περιοχές; Ποια έργα δηλαδή χρειάζονται για να μειωθεί η τρωτότητά των οικισμών, ποια μέτρα πρέπει να ληφθούν για να μειωθεί ο κίνδυνος εκδήλωσης και η επικινδυνότητα της πιθανής πυρκαγιάς αλλά και με ποιόν τρόπο θα οργανωθεί η διαχείριση του κόσμου σε περίπτωση πυρκαγιάς;

Και τέλος υπάρχει ενημέρωση των πολιτών και των κατοίκων των περιοχών αυτών για το τι πρέπει να κάνουν, όχι για να αποφύγουν κάποιο πρόστιμο αλλά για να προστατεύσουν τη ζωή τους και τις περιουσίες τους; Χρήματα δόθηκαν αρκετά για έργα τα οποία έγιναν και γίνονται αποσπασματικά, χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό και με πλήρη άγνοια των αναγκών της ολιστικής διαχείρισης των πυρκαγιών που απαιτεί την ενοποίηση σχεδίων, έργων και μέτρων για την πρόληψη, καταστολή και αποκατάσταση.

Ξεκινώντας από το Μάτι το 2018 και καταλήγοντας στη Βόρεια Εύβοια το 2021 θα περιμέναμε να έχει ωριμάσει η αντίληψη για την αναγκαιότητα της πρόληψης. Όσο και αν φαίνεται παράξενο ο πιο αποτελεσματικός τρόπος ελέγχου της συσσώρευσης της βιομάζας στα δάση είναι η ελεγχόμενη χρήση της φωτιάς. Η χρήση της φωτιάς σαν «ομοιοπαθητικού» μέσου διαχείρισης έχει δύο διαστάσεις. Η μία είναι στο πλαίσιο της πρόληψης σαν προδιαγεγραμμένη καύση, όπου η φωτιά σε κατάλληλο χρόνο και συνθήκες εφαρμόζεται με τεκμηριωμένο σχέδιο για να μειώσει προληπτικά τον κίνδυνο και την επικινδυνότητα μελλοντικών πυρκαγιών. Η δεύτερη διάσταση είναι στο πλαίσιο της καταστολής σαν κατάκαυση ή αντίπυρ, όπου καίγεται ένα μέρος ανάμεσα στο άκαυτο και το πλευρό ή το μέτωπο αντίστοιχα της πυρκαγιάς. Η θεσμική υιοθέτηση του μέτρου της κατάκαυσης και του αντίπυρος αποκλειστικά είναι ένδειξη ότι η πολιτεία τολμά γενναίες αλλαγές αλλά αποκλειστικά στην κατεύθυνση της καταστολής.

Πέρα από την εμμονή στην καταστολή, η μεγαλύτερη στρέβλωση του συστήματος  είναι η απόλυτη εξάρτηση του μηχανισμού δασοπυρόσβεσης από τα εναέρια μέσα και η τακτική της  αναμονής της φωτιάς στην άσφαλτο. Αφήνοντας στην πυρκαγιά χώρο για να οργανωθεί μέσα στο δάσος σε ένα συμπαγές μέτωπο είναι τις περισσότερες φορές αδύνατο να την αντιμετωπίσεις όταν φτάσει στην άσφαλτο. Η δημιουργία των ΕΜΟΔΕ (Ειδικών Μονάδων Δασικών Επιχειρήσεων) στην Πυροσβεστική Υπηρεσία είναι μια απόφαση που θα βελτιώσει σίγουρα τη δυναμική και την αποτελεσματικότητα της αντιμετώπισης των επικίνδυνων πυρκαγιών, αφού με την μεταφορά της δασοπυρόσβεσης μέσα στο δάσος θα κερδηθεί χώρος και χρόνος.

Όσον αφορά την εξάρτηση από την αεροπυρόσβεση σίγουρα η καταστολή των πυρκαγιών είναι απαραίτητη βραχυπρόθεσμα και θα πρέπει να υποστηριχθεί για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της επόμενης μέρας. Προβληματίζει όμως σίγουρα ότι ο  νέος μακροπρόθεσμος εθνικός σχεδιασμός για τον οποίο προκαταβάλαμε τις ζωές 104 συμπολιτών μας στήθηκε κυρίως επάνω στην ανανέωση του στόλου των εναέριων πυροσβεστικών μέσων και την αγορά νέων με ένα πρόγραμμα προμηθειών μαμούθ, το AEGIS, της τάξης των 1,7 δισ. ευρώ.

Η ανάγκη ενός οργανισμού για να παρακολουθεί και να συντονίζει τη διαχείριση των πυρκαγιών με επιστημονικό τρόπο δεν έχει γίνει ακόμη αντιληπτή στην Ελλάδα. Αντίθετα στην Πορτογαλία, που βίωσε μια αντίστοιχα τραγική κατάσταση το 2017 με 111 θύματα, οι πολιτικές δυνάμεις στο σύνολο τους συνήργησαν για να δημιουργηθεί το 2019 ο AGIF (Agencia para Gestao Integrada de Fogos rurais), ένας εθνικός οργανισμός ολοκληρωμένης διαχείρισης πυρκαγιών υπαίθρου. O AGIF δεν σταμάτησε τις πυρκαγιές, οργάνωσε όμως τη διαχείρισή τους ολιστικά συνδέοντας την πρόληψη με την καταστολή και την αποκατάσταση. Έτσι αν και η πρόληψη χρειάζεται αρκετά χρόνια για να δείξει τα αποτελέσματά της, η Πορτογαλία είναι ήδη η χώρα της ΕΕ με τις μικρότερες συνέπειες από τις πυρκαγιές τα τελευταία τρία χρόνια.

Στην Ελλάδα το 2021 με τον μεγαλύτερο διαθέσιμο αριθμό εναέριων μέσων στην ιστορία μας κάναμε εθνικό ρεκόρ καμένης έκτασης! Τρεις μήνες αργότερα αποκτήσαμε ένα νέο Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας!! Τα σχήματα είναι απαραίτητα αλλά η αποτελεσματική αντιμετώπιση των κρίσεων έχει να κάνει με τη φιλοσοφία της διαχείρισής τους. Για τις δασικές πυρκαγιές η διαχείριση μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη εάν στηριχθεί σε μονολιθικές πολιτικές καταστολής και δεν υποστηριχθεί από την επιστημονικά τεκμηριωμένη αντίληψη του προβλήματος που συχνά αναφέρεται σαν «παράδοξο των πυρκαγιών». Το παράδοξο είναι ότι όσο μεγαλώνουν οι επενδύσεις στην καταστολή, οι οποίες έχουν διαρκώς αυξανόμενες απαιτήσεις, τόσο αυξάνουν και οι καμένες εκτάσεις σε βάθος χρόνου!

Θα μπορούσαμε σχηματικά να αντιστοιχήσουμε σε προσωπικό επίπεδο την καταστολή με μια πιστωτική κάρτα, η οποία μπορεί να μας βγάλει κάποια στιγμή από τη δύσκολη θέση, αλλά η ασύνετη χρήση της μπορεί να μας οδηγήσει σε χρεωκοπία. Ας μην ξεχνάμε ότι τα χρήματα για να πληρώνουμε την κάρτα της καταστολής βγαίνουν από την οικονομία της πρόληψης που βοηθάει να μην ξεπεράσουμε το πιστωτικό όριο που ορίζει η τράπεζα της φύσης.

Όπως αποδεικνύεται κάθε χρόνο, οι κλιματικές συνθήκες ευνοούν πιο συχνές πυρκαγιές, η περίοδος των πυρκαγιών μεγαλώνει, η ελλιπής ή σχεδόν ανύπαρκτη διαχείριση του δάσους αυξάνει την ποσότητα των καυσίμων που τις τροφοδοτούν και η σοβαρότητα των περιστατικών μεγαλώνει λόγω των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών.

Στην Ελλάδα παρά τα βήματα που έχουν γίνει από το 2018, η ουσία της δασοπυρόσβεσης παραμένει εγκλωβισμένη στην εξάρτηση από την αεροπυρόσβεση και στην υπερ(βολική) χρήση της τακτικής των εκκενώσεων. Πρέπει να αναγνωρίσουμε τη δυναμική στροφή της πολιτείας και τις σημαντικές αλλαγές που προωθεί στον τομέα της δασοπυρόσβεσης. Δυστυχώς όμως αυτό το περίσσευμα πολιτικής βούλησης επικεντρώνεται σε βραχυπρόθεσμους στόχους χωρίς παράλληλα να προσαρμόζεται στις αλλαγές του κλίματος και τις συνέπειές της.

Για να μπορέσουμε να διαχειριστούμε ολιστικά το πρόβλημα των δασικών πυρκαγιών στο πλαίσιο της κλιματικής αλλαγής θα πρέπει να εστιάσουμε στη φιλοσοφία της πρόληψης, να εξασφαλίσουμε την ενεργή  συμμετοχή του πολίτη, να ενισχύσουμε την ανθεκτικότητας του τοπίου και να οργανώσουμε δραστηριότητες που θα μειώσουν το ρίσκο. Η σύγχρονη επιστήμη κινείται σε αυτούς τους άξονες στο πλαίσιο του FirEUrisk, του μεγαλύτερου έργου έρευνας για τις δασικές πυρκαγιές στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη συμμετοχή πολλών ελληνικών οργανισμών.

Τα αποτελέσματα της έρευνας όμως παίρνουν αξία όταν γίνονται πολιτικές και τρόπος ζωής και σε αυτή την προσπάθεια χρειάζεται η συνεργασία όλων. Η εμπειρία από την πυρκαγιά στο Μάτι δεν είναι απλά ένα κομμάτι από το παρελθόν που δεν θα πρέπει να χάσουμε αλλά και ένα κομμάτι από το μέλλον που θέλουμε να αλλάξουμε.

——–

*Δασολόγοι, μέλη της ερευνητικής ομάδας του Eυρωπαϊκού έργου FirEUrisk (https://www.fireurisk.eu) για τις δασικές πυρκαγιές και την κλιματική αλλαγή

Πηγή: efsyn.gr