“Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει. Χαμογελούσε μόνο”

Πρόσωπα
Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο.

Καθόμασταν ο ένας αντίκρυ στον άλλο,
κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει
σα να ‘ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα.
Από πάνω μας ήταν η γαζία, 
κι όταν ήταν ανθισμένη η αυλή μοσχομύριζε.

Αγαπούσε πολύ τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της,
τα ‘βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα σώρουχά μας,
τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.

Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου
δηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε,
και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει,
και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου.

Δε μ’ έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου,
ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουν,
κάθιζα στα γόνατά της, της χάιδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:

”Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στενοχωριέσαι,
σεργιανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα,
κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους”.

Κι η μητέρα μου σφούγγιζε τα δάκρυά της,
με κοίταζε σα να μου έλεγε: ”Αλήθεια λες;” και χαμογελούσε.

Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε,
σήκωνε το λαιμό και κελαϊδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο,
σα να ‘χε κατέβει από τον Παράδεισο,
σα να ‘χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους
κι ήρθε στη γης να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.

Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι,
έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου.

Δε μπορώ πια να μυρίζω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι,
χωρίς να ανέβει από το μνήμα της – από το σπλάχνο μου –
η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη
και με το κελάηδημα του καναρινιού.

Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει.
Χαμογελούσε μόνο
και τα βαθουλά μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους
γεμάτα υπομονή και καλοσύνη.

Πηγαινόρχουνταν σα πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι,
κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα
σα να ‘χαν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη μαγική δύναμη,
που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη.

Νίκος Καζαντζάκης
……………………………………………………………………………………………….
Απόσπασμα από το βιβλίο: ”Αναφορά Στον Γκρέκο”