Στα χωριά, μέχρι και πολλά χρόνια μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, σκουπίδια δεν υπήρχαν. Τα υπολείμματα του καθημερινού τραπεζιού (η λέξη περισσεύματα ήταν άγνωστη) δίνονταν τροφή στα οικόσιτα ζώα. Ρούχα, παπούτσια, κλινοσκεπάσματα, μαντανίες, βελέντζες, τσόλια  χρησιμοποιούνταν μέχρις πλήρους  διάλυσης. Από τα κουρέλια φτιάχνονταν οι κουρελούδες. Τα μέταλλα παραήταν πολύτιμα για να μη χρησιμοποιηθούν ξανά και ξανά και μάλιστα με τρόπους που θα εξέπλητταν το σημερινό νεοέλληνα. (Δεν είναι τυχαίο το «πενία τέχνας κατεργάζεται»). Τα ξύλα σε όλες τους τις  μορφές, από οικοδομικά υλικά και εργαλεία στην αγροτική ζωή μέχρις έπιπλα και σκεύη, εξαντλούσαν κάθε δυνατό τρόπο μετασκευής –επαναχρησιμοποίησης πριν καταλήξουν στο τζάκι. Το χαρτί κυκλοφορούσε και περιφερόταν δεξιά κι αριστερά και το πιο εξευγενισμένο αντικαθιστούσε το χαρτί τουαλέτας. Τα γυάλινα μπουκάλια ήταν πολύτιμα. Πλαστικά δεν υπήρχαν, αλλά κι όσα απ’ αυτά βρίσκονταν, πάντα θα είχαν μια δεύτερη και τρίτη ευκαιρία στη ζωή τους. Και ούτω καθ’ εξής.

γράφει ο Δημήτρης Σταυρίδης                                                                                      αν. Προϊστάμενος της Δ/νσης Προστασίας & Ελέγχου Περιβάλλοντος Δήμου Χαϊδαρίου

Μιλάμε βέβαια για μικρές κοινωνίες και για οικιακές οικονομίες, που ήταν σε μεγάλο βαθμό αυτάρκεις. Για αγροτικούς πληθυσμούς φτωχούς, όπου η αντίληψη τους περί κατανάλωσης απείχε πολύ από τη δική μας και όπου η έννοια της υπερκατανάλωσης και της αντιμετώπισης των περισσευμάτων ως απορριμμάτων δεν είχε ακόμη εμφανισθεί. Ήταν κοινωνίες που ζούσαν σε πολύ μεγάλο βαθμό μέσα στη φύση και μέσω της φύσης. Ήταν, έτσι, υποχρεωμένες να την υπολογίζουν και να τη σέβονται. Και δεν τη ρύπαιναν. Η επανάχρηση, η ανακατασκευή, η μετασκευή/επισκευή, το μπάλωμα ήταν συστατικά στοιχεία της κουλτούρας του κόσμου και οι δεξιότητες που απαιτούνταν περνούσαν αβίαστα από γενιά σε γενιά και ενσωματώνονταν στο κοινωνικό DNA. Και (αυτό να το συζητήσουμε) ίσως μέσα στη φτώχeια τους και στην έλλειψη ανέσεων, να ήταν πιο ευχαριστημένοι από τη ζωή και πιο ευτυχισμένοι από το σύγχρονο Έλληνα.

Μέσα σε κάτι περισσότερο από μισό αιώνα περάσαμε στην ακριβώς αντίθετη κοσμοθεώρηση. Της μετατροπής της κατανάλωσης από μέσο επιβίωσης/διαβίωσης σε μέσο κοινωνικής επιβεβαίωσης, κοινωνικής ανάδειξης και ανύψωσης του προσωπικού “image”. Μεγαλύτερο σπίτι, καινούργιο αυτοκίνητο, διακοποδάνεια, ρούχα φανταχτερά, τηλεόραση με διαστάσεις τοιχοποιΐας, ψυγείο που να βγάζει τριμμένο πάγο, κουζίνα και φούρνο μικροκυμάτων σούπερ-ντούπερ, καφετιέρα που να δουλεύει με wi-fi, έπιπλα επώνυμα και κινητό 27ης γενιάς. Διαμορφώσαμε μια αντίληψη άκρατου καταναλωτισμού και αδιάφορης στάσης προς την αλόγιστη χρήση/κατασπατάληση  των φυσικών πόρων που απαιτούνται για όλα αυτά.

Φυσικό λοιπόν ήταν να οδηγηθούμε σε καταστάσεις κρίσης.

Η οικολογική ισορροπία στον πλανήτη διαταράχθηκε, το κλίμα αλλάζει, οι ωκεανοί γεμίζουν με πλαστικά και αδειάζουν από ψάρια, το έδαφος παραφουσκώνεται με τοξίνες και φυτοφάρμακα, ο αέρας στις μεγαλουπόλεις χρειάζεται μάσκα για να είναι αναπνεύσιμος.

Και παντού χωματερές. Πετάμε και θάβουμε ανεξέλεγκτα τα σκουπίδια. Πετάμε ανεπεξέργαστα τα οικιακά απορρίμματα, στέλνουμε στη χωματερή τα κλαδέματα και τα πράσινα, μισοδιαλέγουμε και ψευτοανακυκλώνουμε τις συσκευασίες. Απορρίπτουμε ανενδοίαστα και όπου να’ ναι τα μπάζα, τα σπασμένα έπιπλα, τα στρώματα, τις παλιές ηλεκτρικές συσκευές. Χωρίς ντροπή πετάμε στα σκουπίδια τις μπαταρίες, τις λάμπες με υδράργυρο, τα χρησιμοποιημένα λάδια και τα λάστιχα των αυτοκινήτων.

Και δε μας νοιάζει γι’ αυτό. Θεωρούμε πως η ευθύνη για τη διαχείριση των απορριμμάτων (που εμείς οι ίδιοι δημιουργούμε) ανήκει πάντα σε άλλους. Στο Δήμο, στην Περιφέρεια, στο Υπουργείο, στη Γενική Διακυβέρνηση της χώρας, στα πολιτικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και δε σκεφτόμαστε καθόλου το ότι τα απορρίμματα παράγονται, επειδή εμείς οι ίδιοι τα δημιουργούμε! Μαζί πάντα με τους μεγάλους ρυπαντές, τις μεταποιητικές μονάδες, τις βιομηχανίες, τα ορυχεία, τη ΔΕΗ, τους πετρελαιάδες, τις οργανωμένες και γεμάτες φυτοφάρμακα αγροτικές καλλιέργειες, τους, τους, τους…

Ξεχνάμε πως παραγωγός απορριμμάτων είναι και το κάθε νοικοκυριό, καφετέρια, ταβέρνα, βιοτεχνία, μικροεπιχείρηση. Το κάθε σχολείο, νοσοκομείο, Δημόσια Υπηρεσία, στρατόπεδο (και τέτοια έχουμε πολλά στην περιοχή μας).

Ας πάψει λοιπόν να δείχνει ο κάθε ένας το διπλανό του. Ας πάψει να κλείνει τα μάτια μπροστά στην πραγματικότητα. Και ας αναλάβει το βάρος της ευθύνης που του αναλογεί.

Εμάς, που με τον ένα ή τον άλλο βαθμό εμπλεκόμαστε στα αυτοδιοικητικά, είτε ως εργαζόμενοι είτε ως ενεργοί πολίτες είτε ως αιρετοί, αυτό είναι το ερώτημα που μάς απασχολεί. Ποιος είναι ο βαθμός της ευθύνης μας στην επίλυση του προβλήματος της σωστής, ορθολογικής, αποτελεσματικής, οικονομικής και οικολογικής διαχείρισης των απορριμμάτων. Πώς (στο μέτρο των δυνατοτήτων μας) θα εξετάσουμε και θα αξιοποιήσουμε τις δυνατότητες που μας παρέχει το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο. Πώς θα αναζητήσουμε χρηματοδοτήσεις, πώς θα ψάξουμε για τεχνογνωσία και πώς θα εφαρμόσουμε στο Δήμο μας τις δοκιμασμένες καλές πρακτικές.

Αυτά όμως αφορούν αντικείμενο επόμενου σημειώματος.

Ας μείνουμε εδώ στη διαπίστωση ότι (κατά τη γνώμη μου) το πρόβλημα εμάς κυρίως αφορά, εμείς λοιπόν είμαστε και εκείνοι που πρέπει ν’ ασχοληθούμε με τη λύση του. Μαζί με την Περιφέρεια και λαμβάνοντας υπ’ όψη το δικό της σχεδιασμό, μαζί με τις Υπηρεσίες της Γενικής Διακυβέρνησης του κράτους, που (λιγότερο ή περισσότερο) εμπλέκονται, μας υποστηρίζουν ή μας ταλαιπωρούν.

Χαϊδάρι  8  Φεβρουαρίου  2018