Ο θάνατος των ιδεολογιών και η αποθέωση του pass – voucher

Χαϊδάρι Σήμερα
Από Χαϊδάρι Σήμερα - Τοπικός Τύπος
8 Λεπτά Ανάγνωσης

Γιώργος Βουλγαράκης

Η Δημοκρατία του Excel: Όταν οι Πολίτες Μετατρέπονται σε υπολογιστικά φύλλα

Στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, και ειδικότερα στην χώρα μας, πλανάται μια ιδιόμορφη αίσθηση κενού. Αν κάποιος παρακολουθήσει μια συνεδρίαση του Κοινοβουλίου ή μια τηλεοπτική συζήτηση με εκπροσώπους κομμάτων, θα διαπιστώσει πως η πολιτική αντιπαράθεση δεν αφορά πλέον το «προς τα πού βαδίζουμε», αλλά το «πώς θα φτάσουμε εκεί με οικονομικούς όρους».

Ο πολιτικός λόγος, που άλλοτε δονούσε τις ψυχές των πολιτών με όραμα και προτάσεις, έχει παραχωρήσει τη θέση του σε μια ιδεολογικά άχρωμη και ουδέτερη ρητορική. Η πολιτική ζωή φαίνεται να έχει περάσει στην εποχή του πολιτικού-μάνατζμεντ, της δημοκρατίας των υπολογιστικών φύλλων και της επικράτησης των αλγορίθμων.

Η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στην επικράτηση της τεχνοκρατικής αντίληψης, η οποία παρουσιάζει τις πολιτικές αποφάσεις ως «μονόδρομο». Η αρχή της «ανύπαρκτης εναλλακτικής» (There Is No Alternative) που καθορίζει τις στρατηγικές αποφάσεις στη διοίκηση των επιχειρήσεων, φαίνεται να έχει υιοθετηθεί πλήρως από την πολιτική.

Στο πλαίσιο αυτό, η διακυβέρνηση δεν θεωρείται πλέον συνομιλία με την ιστορία, αλλά η τέχνη του εφικτού. Υπό αυτό το πρίσμα, το ερώτημα δεν είναι αν μια πολιτική είναι κοινωνικά αποδεκτή ή εθνικά ωφέλιμη, αλλά μόνο αν «τα νούμερα βγαίνουν”.

Αυτή η μετατόπιση, έχει μετατρέψει τον πολίτη από ενεργό υποκείμενο της ιστορίας, σε «χρήστη» κρατικών υπηρεσιών.

Πρόκειται συνεπώς για μια σαφή πνευματική έκπτωση: η πολιτική από πεδίο σύγκρουσης ιδεών μετατρέπεται – αργά αλλά σταθερά, σε άσκηση λογιστικής.Ο πολιτικός λόγος χάνει το πραγματικό του περιεχόμενο, αποστειρώνεται και υιοθετεί μια νέα διάλεκτο επικοινωνίας , κυρίως διαχειριστική.

Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, παρά τα δομικά σφάλματα, κυριαρχούσαν οι ιδεολογικές αντιπαραθέσεις. Υπήρχαν σαφή στρατόπεδα, οράματα και κυρίως μια πίστη ότι οι ιδέες μπορούν να αλλάξουν την πορεία της χώρας .

Σήμερα, αυτό το πάθος έχει αντικατασταθεί από μια ιδιόμορφη τεχνοκρατική ρητορική, με κύριο χαρακτηριστικό της την αυθεντία. Οι υπουργοί μιλούν τη γλώσσα των CEO, χρησιμοποιούν όρους όπως «αποδοτικότητα», «βελτιστοποίηση», «ψηφιακός μετασχηματισμός», όπως δηλαδή θα μιλούσαν αν ήταν στελέχη Ανώνυμης Εταιρίας που αναζητά την ετήσια κερδοφορία.

Εδώ αναδύεται και ο κίνδυνος της καθιέρωσης μια νέας πολιτικής πραγματικότητας, της «δημοκρατίας των αλγορίθμων».

Η αιτιολογική βάση γι’ αυτό είναι απλή: Στην προσπάθεια να καταστεί η διακυβέρνηση «αντικειμενική» και «αποτελεσματική», οι αποφάσεις ανατίθενται σε μαθηματικά μοντέλα και στη χρήση των Μεγάλων Δεδομένων (Big Data).

Όμως, όταν βασικές κυβερνητικές πολιτικές σχεδιάζονται με βάση μοντέλα που στοχεύουν αποκλειστικά στην αποδοτικότητα, η ανθρώπινη εμπειρία εξοβελίζεται. Ο αλγόριθμος δεν μπορεί να κατανοήσει την εθνική ιδιομορφία, την κοινωνική συνοχή ή το βάθος της παράδοσης. Μπορεί μόνο να μετρήσει.

Όπως θα μας θύμιζε ο Πλάτων στην Πολιτεία, «ο κυβερνήτης της πόλεως πρέπει να είναι ο κυβερνήτης του πλοίου που γνωρίζει τα άστρα και τους ανέμους, όχι ένας απλός εκτελεστής τεχνικών οδηγιών».

Συνακόλουθα, όταν η πολιτική απόφαση μετατρέπεται σε μια «data-driven» διαδικασία, ο πολίτης παύει να είναι συμμέτοχος και μετατρέπεται σε στατιστικό μέγεθος.

Στην ελληνική καθημερινότητα, αυτό μεταφράζεται στην αποθέωση του «pass» και του «voucher». Η κοινωνική πολιτική δεν ασκείται με όρους ιδεολογικής προτεραιότητας (π.χ. πώς θα ενισχύσουμε την παραγωγική βάση, την παιδεία η το δημογραφικό πρόβλημα), αλλά με όρους αλγοριθμικής κατανομής μικρο-επιδομάτων που στόχο έχουν να «λειάνουν» τις γωνίες της δυσαρέσκειας. Εν ολίγοις , είναι ο θρίαμβος της διαχείρισης επί της ουσίας: δεν λύνουμε το πρόβλημα, το «διαχειριζόμαστε» ψηφιακά.

Στην «Δημοκρατία του Excel» όμως, η διαφωνία δεν αντιμετωπίζεται ως θεμιτή ιδεολογική στάση, αλλά ως «σφάλμα» (error) ή ως έλλειψη τεχνικής κατάρτισης.

Αν κάποιος δεν συμφωνεί με την προτεινόμενη λύση, δεν είναι εκφραστής μιας άλλης άποψης, είναι «άσχετος» ή «λαϊκιστής». Έτσι, ο πολιτικός διάλογος ακρωτηριάζεται. Η εξουσία δεν χρειάζεται πλέον να πείσει• χρειάζεται απλώς να παρουσιάσει μια διαφάνεια με στατιστικά στοιχεία.

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης τόνιζε ότι η δημοκρατία είναι το πολίτευμα της «αυτονομίας», όπου η κοινωνία θέτει η ίδια τους νόμους της και αναρωτιέται διαρκώς για το δίκαιο.

Σήμερα, η αίσθηση είναι ότι οι νόμοι και οι πολιτικές δεν «τίθενται» από εμάς, αλλά «επιβάλλονται» από την ανάγκη των αριθμών. Η επίκληση του «μονόδρομου» και της «τεχνικής αναγκαιότητας» απειλεί να ακρωτηριάσει τη φαντασία μας.

Το μεγαλύτερο τέχνασμα της εποχής μας, είναι η πεποίθηση ότι οι ιδεολογίες πέθαναν. Στην πραγματικότητα, ο ίδιος ο τεχνοκράτης – μάνατζερ είναι μια σκληρή ιδεολογία. Είναι η ιδεολογία που θεωρεί τον άνθρωπο ως homo economicus. Δηλαδή μια μονάδα κατανάλωσης και παραγωγής, χωρίς ιστορική μνήμη ή ευρύτερη αναζήτηση.

Στην Ελλάδα, η μετα-μνημονιακή περίοδος γέννησε μια γενιά πολιτικών που φοβούνται την ιδεολογία. Ενδεχομένως και να μην την καταλαβαίνουν. Το αποτέλεσμα είναι ότι η λέξη «ιδεολογία», ταυτίστηκε λανθασμένα με τον παρωχημένο δογματισμό, και στη θέση της μπήκε ο «Ρεαλισμός».

Όμως, ένας ρεαλισμός χωρίς ιδεολογικό υπόβαθρο, είναι απλώς κυνισμός. Όταν,για παράδειγμα, η συζήτηση για την Παιδεία εξαντλείται στους προϋπολογισμούς και η συζήτηση για την Εθνική Άμυνα στους εξοπλιστικούς πίνακες του Excel, τότε έχουμε χάσει το «γιατί». Έχουμε την τεχνική, αλλά έχουμε χάσει τον σκοπό.

Η απουσία ιδεολογικού λόγου, όμως, δεν είναι μια αθώα εξέλιξη. Έχει βαρύ τίμημα: την αποπολιτικοποίηση και την απογοήτευση των πολιτών, ιδιαίτερα των νέων. Όταν ο πολίτης αισθάνεται ότι η ψήφος του είναι απλώς μια επιλογή μεταξύ «διαχειριστών» του ίδιου συστήματος, τότε η δημοκρατία παύει να είναι κυρίαρχη, αποκαθηλώνεται.

Έτσι εξηγείται και η άνοδος του λαϊκισμού και των άκρων , που δεν είναι τίποτα άλλο , παρά η κραυγή αγωνίας μιας κοινωνίας που αναζητά νόημα, πέρα από τους δείκτες της Eurostat.

Είναι προφανές ότι όταν ο πολιτικός λόγος χάνει το βάθος του, οι πολίτες βυθίζονται στην απάθεια ή στρέφονται προς ακραίες φωνές που υπόσχονται μια ιδεατή ψευδαίσθηση .

Η απουσία γνήσιου ιδεολογικού λόγου δεν εξαφανίζει τις κοινωνικές εντάσεις• απλώς τις οδηγεί στο υπόγειο, όπου σαπίζουν και μετατρέπονται σε τυφλή οργή.

Υπάρχει, λοιπόν, ιδεολογικός λόγος σήμερα;

Η απάντηση είναι πως υπάρχει, αλλά βρίσκεται σε υποχώρηση, πνιγμένος από τον θόρυβο των δεδομένων. Η Πολιτική άλλωστε είναι πρωτίστως πράξη πνευματική και ηθική. Δεν είναι άσκηση επί χάρτου.

Ο ιδεολογικός λόγος δεν είναι πολυτέλεια• είναι το απαραίτητο οξυγόνο για να μην μετατραπεί η χώρα σε ένα ψυχρό «λογιστικό κέντρο» της Μεσογείου.

Η επιστροφή στην πραγματική πολιτική απαιτεί την επανεύρεση του «γιατί» πίσω από το «πώς». Απαιτεί πολιτικούς που –χωρίς κραυγές- δεν θα φοβούνται να μιλήσουν για αξίες, για την ομορφιά και το ρομαντισμό της δημόσιας ζωής, για το εθνικό συμφέρον με όρους ιστορικούς και όχι μόνο οικονομικούς.

Η δημοκρατία, άλλωστε, δεν είναι ούτε ένας αλγόριθμος που κωδικοποιεί δεδομένα ούτε μια εξίσωση που περιμένει την επίλυση της . Είναι η διαρκής, συχνά επώδυνη, αλλά πάντα ζωογόνος σύγκρουση ανάμεσα σε διαφορετικά οράματα για την ανθρώπινη ευτυχία.

Αν επιτρέψουμε στο Excel να αντικαταστήσει το Σύνταγμα και στον μάνατζερ να εξορίσει τον πολιτικό, τότε θα έχουμε κερδίσει ίσως σε αποτελεσματικότητα, αλλά θα έχουμε χάσει την ψυχή μας.

(Δημοσιεύθηκε στην ΕΣΤΙΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ 29/3/26)

Μοιραστείτε το άρθρο:
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *