Iωάννα Κουρού, Γιάννης Σώζος, Αλέξανδρος Γερολυμάτος
Μέλη της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ Δυτικής Αθήνας

Θυμάστε όλοι τους μελανοχίτωνες του Μουσολίνι και τα τάγματα του Χίτλερ; Θυμάστε τους τύπους με τα μαύρα μπλουζάκια που μια περίοδο συνόδευαν τους ηλικιωμένους για να πάρουν τη σύνταξή τους και τα βράδια χτυπούσαν και δολοφονούσαν κόσμο; Αυτοί δικάζονται στις 7 του Οκτώβρη, αλλά αρκεί αυτό;

Η καταδίκη της νεοναζιστικής οργάνωσης της «Χρυσής Αυγής» από το Εφετείο Αθηνών θα είναι μια πρώτη νίκη, όμως θα πρέπει να δούμε τα πράγματα σε μεγαλύτερο βάθος. Η σκληρή καθημερινότητα της οικονομικής κρίσης σε συνδυασμό με παγιωμένες και αυθαίρετες αντιλήψεις έφεραν στην επιφάνεια επικίνδυναένστικτα, τα οποία εξαπλώθηκαν με την άνοδο του φασιστικού κόμματος της Χρυσής Αυγής, γεγονός πρωτόγνωρο για τις κοινωνίες δυτικού τύπου των τελευταίων δεκαετιών. Είναι ακριβώς αυτά τα ένστικτα σε συνδιασμό με τον φόβο πανω στα οποία το νεοναζιστικό μόρφωμα της Χ.Α. έχτισε, στοχοποιώντας ανθρώπους και κοινωνικές ομάδες οι οποίοι «ευθύνονται για τα δεινά σου». Στη συνέχεια, ως φυσικό επόμενο, ήρθε η βία ενάντια αυτών των ομάδων και σε όποιον στεκόταν απέναντι. Πρόσφυγες, μετανάστες, αριστεροί/ες, ακτιβιστές, ΛΟΑΤΚΙ+  άνθρωποι και τελικά όποιος και όποια ήταν διαφορετικός/η ή διεκδικούσε κάτι καλύτερο για την κοινωνία ήταν στο στόχαστρο. Τα χρόνια μπορεί να πέρασαν, η εκλογική απήχηση της ΧΑ μπορεί να συρρικνώθηκε, όμως αυτό δεν σημαίνει πως εξαλείφθηκε ο φασισμός από τις κοινωνίες μας.

Το φαινόμενο του ρατσισμού έχει πολλά πλοκάμια και η καταπολέμησή του συνδέεται με όρους πολιτικούς και κοινωνικούς. Εκτός από τα αιματοβαμμένα σοκάκια, άφησε πίσω του ένα ισχυρό αποτύπωμα το οποίο σβήνεται μόνο με συλλογική δράση μέσα από έναν πολύπλευρο και πολύ ιδιαίτερο αγώνα. Άφησε πίσω του έναν τρόπο σκέψης, άφησε πίσω του, σιωπηλά, ιδέες που στοχοποιούν ομάδες ανθρώπων. Μεγάλη μερίδα του πληθυσμού έμαθε να στοχοποιεί τον αδύναμο από όπου και αν αυτός προέρχεται. Το μεγαλύτερο πρόβλημα όλων, όμως, είναι πώς το μοτίβο της στοχοποίησης κοινωνικών ομάδων άφησε τα μαύρα μπλουζάκια, φόρεσε ακριβά κουστούμια, βρήκε το δρόμο του προς την κυβέρνηση και πλέον επιβάλλεται ως κανονικότητα από τον εξουσιαστικό λόγο της ίδιας της κυβέρνησης και των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Καθημερινά το μπαλάκι των ευθυνών για όποιο ζήτημα απασχολεί την ελληνική κοινωνία πέφτει σε διάφορες κοινωνικές ομάδες: οι πρόσφυγες στη Μόρια αποτελούν υγειονομική βόμβα για την κοινωνία μας, οι νέοι είναι ανεύθυνοι, συνωστίζονται, οι μαθητές είναι αλητάκια, οι δάσκαλοι είναι ανίκανοι κατά τον ίδιο τρόπο που οι δημόσιοι υπάλληλοι έφταιγαν για την κρίση του 2010. Στις πρόσφατες εκλογές, η Νέα Δημοκρατία, αξιοποιώντας στο έπακρο τους μηχανισμούς της, στοχοποίησε αφειδώς μια μεγάλη μερίδα αδύναμων πολιτών τους οποίους στήριζε το κράτος με επιδόματα. Στοχοποίησε τους πρόσφυγες κλείνοντας το μάτι σε φασίζοντα στοιχεία. Έπαιξε στα ζάρια την εξωτερική πολιτική της χώρας στις Πρέσπες για μερικούς ψήφους, ανεχόμενη τη διολίσθηση στην ακροδεξιά. Υπουργοποίησε ανθρώπους που διέσπειραν το μίσος στην κοινωνία.

Από μια φυλετική διάκριση, ο φασισμός έχει περάσει πλέον σε νέο επίπεδο. Η στόχευσή του, ο λόγος του, οι πρακτικές του στο σήμερα έχουν αναβαθμιστεί, μαθαίνοντας πως κερδίζει περισσότερα όσο δρα… υπογείως. Η μάχη κατά του φασισμού είναι μια μάχη πολυεπίπεδη. Δίνεται στο δρόμο, δίνεται στο πνεύμα δίνεται στη τέχνη, δινεται στην παιδεία και οδηγεί σε έναν κοινωνικό μετασχηματισμό. Το χρέος του κοινωνικού μετασχηματισμού βαραίνει τόσο την κοινωνία, όσο και την εκάστοτε κυβερνητική εξουσία καθώς, εν πολλοίς, η κυβερνητική εξουσία διαμορφώνει το πλαίσιο εντός του οποίου συντελούνται οι όποιες (θετικές ή αρνητικές) κοινωνικές αλλαγές. Χρειάζονται, πρωτίστως, άνθρωποι που θα μπορούν να αφουγκραστούν τους ανθρώπους, τις ανάγκες και τα μηνύματα που έρχονται από τα κάτω. Άνθρωποι που θα μπορούν να μετατρέψουν την αγανάκτηση από βία σε σκέψη για το αύριο.

Άλλωστε, η φυλή, η κοινωνική τάξη και η πολιτισμική ομάδα στην οποία ανήκει ο τάδε ή ο δείνα δεν αποτελούν αντικειμενική και σταθερή πραγματικότητα. Πρόκειται, απλά, για κοινωνικές κατασκευές που μεταβάλλονται στο χώρο και τον χρόνο, που δημιουργούνται, χειραγωγούνται και ενίοτε αποσύρονται ή αντικαθίστανται από νέες κοινωνικές κατασκευές. Διευρύνοντας τα όρια της σκέψης, σπάμε τα καλούπια που μας χωρίζουν!