Κώστας Ασπρογέρακας: «Τα δικαιώματα του πολίτη στο απόσπασμα»

Ο συμπολίτης δικηγόρος και δημοτικός σύμβουλος, Κώστας Ασπρογέρακας, έθεσε στη διάθεση του αναγνωστικού κοινού της εφημερίδας μας επιστολή του στον υπουργό Προστασίας του Πολίτη, Νίκο Τόσκα, που αναφέρεται στην απαράδεκτη ταλαιπωρία πολίτη από την εκτελεστική εξουσία. Σημειώνει ότι παρατηρούνται φαινόμενα τα οποία δημιουργούν ένα «κλίμα ζόφου», στην πολλαπλά βεβαρυμένη θέση του καθημερινού πολίτη».
 
ΑΝΑΦΟΡΑ Κων/νου Αδ. Ασπρογέρακα
δικηγόρου Αθηνών, δημοτικού συμβούλου στον Δήμο Χαϊδαρίου – επικεφαλής της Δημ. Παράταξης: «ΔΙΑΦΑΝΟΣ ΔΗΜΟΣ»
 
ΠΡΟΣ
– Υπουργό Προστασίας του Πολίτη
– Υπουργό Δικαιοσύνης – Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
– Συνήγορο του Πολίτη
– Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών 
 
Κύριε Υπουργέ,
 
Με την παρούσα μου θέλω να σας γνωρίσω τα εξής, που θεωρώ ότι προσβάλλουν κάθε έννοια προάσπισης στοιχειωδών δικαιωμάτων του καθημερινού πολίτη, πολύ δε περισσότερο όταν αυτός βρεθεί στην αυτονόητα αδύναμη θέση του κρατουμένου.
Συγκεκριμένα: στις 2/11/2017 το πρωί δέχτηκα τηλεφώνημα από πελάτη μου, που είχε συλληφθεί σ΄ έλεγχο της αστυνομίας, κι εκκρεμούσε σε βάρος του καταδικαστική απόφαση 8 μηνών για παράβαση του αγορανομικού κώδικα. Ο πιο πάνω εκρατείτο στο Τμήμα Ασφαλείας του Α.Τ. Αγ. Παντελεήμονα. Στην επικοινωνία που είχαμε μαζί, μου έδωσε στο τηλέφωνο αστυνομικό του πιο πάνω τμήματος, που μου είπε ότι η απόφαση σε βάρος του πελάτη μου ήταν του 2003 και ότι τον διαβεβαίωσαν ότι δεν πρέπει ν΄ ανησυχεί. Του επιβεβαίωσα το ίδιο ακριβώς, αφού μίλησα με τον αστυνομικό, που μου έδωσε στο τηλέφωνο, λέγοντάς του ότι η απόφαση είχε παραγραφεί και ο Εισαγγελέα όπου θα οδηγούνταν θα τον άφηνε ελεύθερο.
Το μεσημέρι που ο πελάτης μου οδηγήθηκε στον Εισαγγελέα εκτέλεσης ποινών, έντρομος μου τηλεφώνησε λέγοντάς μου ότι οι αστυνομικοί που τον συνόδευαν του είπαν ότι η απόφαση «ήταν του 2013» (όπως πράγματι και ήταν και όχι του 2003) και είχαν κάνει «λάθος» το πρωί. Δεδομένου ότι ο παραπάνω κρατούμενος πάσχει από σοβαρότατα προβλήματα υγείας (καρκίνο του νεφρού, του ορθού κλπ. έχοντας κριθεί ανάπηρος σε ποσοστό 75%), το μεσημέρι της ίδιας ημέρας (2/11/17), μου τηλεφώνησε λέγοντάς μου ότι όπως του είπαν οι αστυνομικοί που τον συνόδευαν, δεν είχε επαφή με τον Εισαγγελέα εκτέλεσης ποινών, σε καμιά περίπτωση, θα επέστρεφε στο ίδιο Τμήμα, όπως και έγινε, και να με ειδοποιούσε να τον επισκεφθώ, προκειμένου αφού παραλάβω τα σχετικά πιστοποιητικά υγείας του, που του είχε πάει η ανεψιά του, την επομένη να κατέθετα αίτηση «αναβολής εκτέλεσης του ποινής του» στον Εισαγγελέα εκτέλεσης ποινών, μέχρι να ενημερωθώ για την δικογραφία της καταδίκης του, και ν΄ ασκήσω τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα κατά της απόφασης.
Πράγματι, το απόγευμα της ίδιας ημέρας (2/11/17), επισκέφθηκα το πιο πάνω Τμήμα, παρέλαβα τα πιστοποιητικά, μου υπόγραψε σχετική εξουσιοδότηση και, ενώ ετοιμαζόμουν να φύγω, μου είπε ότι «κάτι άκουσε απ΄τους αστυνομικούς, που λέγαν για την «Άμφισσα». Δεν έδωσα σημασία, μια και οι ίδιοι μου είπανε ότι ο Εισαγγελέας τους είχε πει να «πάει ο δικηγόρος του κρατούμενου, με τα χαρτιά του, να ζητήσει αναβολή της εκτέλεσης της ποινής του». Γύρισα στο γραφείο μου, συνέταξα την σχετική «αίτηση» για την «αναβολή εκτέλεσης της ποινής» του, και το πρωί (3/11/17) πήγα στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών για να την καταθέσω.
Η έκπληξή μου και η κατά συνέπεια δικαιολογημένη αγανάκτησή μου υπήρξε τεράστια, αφού πλέον βρισκόμουν μπροστά σε ένα δεύτερο «λάθος» και σκόπελο, τον οποίο έπρεπε να διανύσω με ένα «μαραθώνιο» διαφορετικής διαδικασίας, από αυτήν που ήμουν προετοιμασμένος, δεδομένου ότι ο αρμόδιος Γραμματέας με πληροφόρησε ότι υπήρχε «διάταξη φυλάκισης» του κρατουμένου από τον Εισαγγελέα και κατά συνέπεια θα έπρεπε να ασκήσω Έφεση και αίτηση αναστολής, για την οποία είναι αρμόδιο το δικαστήριο, και όχι ο Εισαγγελέας, όπως για την «αναβολή εκτέλεσης» την ποινής του κρατουμένου.
Με φοβερό άγχος, πίεση και ένα πελώριο «γιατί όλα αυτά;» κατάφερα να ολοκληρώσω, στις (3μμ) το μεσημέρι την διαδικασία ενώπιον του αυτοφώρου Πλημμελειοδικείου και να διαταχθεί η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης κατά του κρατουμένου, μια και υπήρχε άμεσος κίνδυνος μεταφοράς του στις φυλακές της Άμφισσας, που διόγκωνε την ένταση και αγωνία μου.
Σας αναφέρω λοιπόν ότι υπήρξαν δύο «λάθη», το πρώτο ήταν ο λάθος χρόνος της απόφασης, και το δεύτερο -και σημαντικότερο- ότι υπήρχε «διάταξη φυλάκισης», δίχως να έχω καμιά πληροφόρηση γι’ αυτήν, αλλά αντίθετα να έχω σαφή διαβεβαίωση των αστυνομικών, να ζητήσω αναβολή εκτέλεσης της απόφασης» απ΄ τον Εισαγγελέα, που φυσικά, δεν ανταποκρινόταν σε καμιά περίπτωση στην «άλλη πραγματικότητα» που υπήρχε και προανέφερα.
Επειδή θεωρώ, ότι η ερώτηση «γιατί έγιναν όλα αυτά;» είναι αυτονόητη δυστυχώς και απαντιέται με την συνηθισμένης φράση: «έλα τώρα τι γυρεύεις, αφού τα κατάφερες, τι ψάχνεις να βρεις;», κάτι που και εγώ να το δεχτώ, όπως αντιλαμβάνεσθε, δεν είναι δυνατόν να το αποδεχτεί καμιά έννομη τάξη δικαίου, η οποία πρέπει να υπηρετείται και να προασπίζει τουλάχιστον τα στοιχειώδη δικαιώματα του καθημερινού πολίτη, πολύ δε περισσότερο αυτού που βρίσκεται στην πλέον δυσχερή θέση του κρατουμένου, και μάλιστα, με μια απόφαση για αγορανομικό αδίκημα, που η απαξία του είναι μηδαμινή σε σχέση με άλλα.
Η αναφορά μου αυτή, έχει την έννοια και το αίτημα ότι από την πλευρά σας, θα πρέπει να ληφθούν άμεσα μέτρα, ώστε στο μέλλον να αποφεύγονται τέτοια φαινόμενα, απ΄ την πλευρά της εκτελεστικής εξουσίας, της οποίας προΐστασθε, τα οποία δημιουργούν ένα «κλίμα ζόφου», στην πολλαπλά, όπως γνωρίζετε, βεβαρυμένη θέση του καθημερινού Πολίτη.