Μας βάζουν στη γραμμή και ρίχνουν την πιστολιά.
Φεύγουμε. Οι ξένοι κάνανε πέρα, σαν τα πουλιά.
Εμείς τρέχαμε με ρέγουλα.

Τους λέω: ”Δε φεύγουμε λίγο βρε παιδιά;”

Ανοίγουμε.

Φτάνω στο δρόμο της Ραφήνας
κι ώσπου να πάω στο Πικέρμι τους έχασα.

Έφτασα τον Βασιλάκο,
που τον είχαν όλοι σίγουρο και σε αυτόν έλπιζαν,
γιατί ήταν ο καλύτερος της εποχής.

Του λέω:
”Βασιλάκο εγώ φεύγω, έρχεσαι;”

Δεν τα πολυκατάφερνε.
Φεύγω μπροστά.

Ο Τερμιζό έπεσε στην Αγία Παρασκευή.

Από ‘κει και πέρα,
περνούσα τους ξένους έναν – έναν.

Ήμουν δεύτερος.
Μπροστά πήγαινε ο Αυστραλός.

Ανοίγω με τρόπο.
Τον φτάνω στη σχολή Χωροφυλακής.

Ώμο με ώμο παλαίψαμε πολλή ώρα,
ώσπου στο τέλος έπεσε κι αυτός.

Τραβάω λοιπόν κατά κάτω.

Με βλέπει, πρώτο,
ο ταγματάρχης Παπαδιαμαντόπουλος
και τον πιάνει το μεράκι.

Τραβάει το πιστόλι
και μπαμ – μπουμ από τον ενθουσιασμό.

”’Ισα Λούη και τους φάγαμε!”, μου λέει.
Τους φαγωμένους λογαριάζεις;”, του λέω.

”Θάρρος!”, μου λέει.

”Μωρέ τι θάρρος; Τώρα πια;
Ένα μαντήλι δώσε μου”.

Μου δίνει ένα μαντήλι και τραβάω κάτω,

Φτάνω στην Ηρώδου Αττικού.
Από κοντά και ο Παπαδιαμαντόπουλος με το άλογο.

”Το κουράγιο;”, μου λέει.
”Πρώτης!” του απαντώ.

Μόλις έφτασα έξω από το στάδιο χάλασε ο κόσμος.

Ζήτω η Ελλάς!

Μπαίνω μέσα.
Πέφτει πάνω μου ο Διάδοχος και μ’ αγκαλιάζει.

”Σύρε και κόψε την κλωστή!”, μου λέει.

Κόβω την κλωστή.

Φέρνω και μια βόλτα το γύρο του Σταδίου,
έτσι, για ασικλίκι.

Τα άλλα, τα ξέρετε.

Σπύρος Λούης

Σαν σήμερα, το 1940, έφυγε από τη ζωή.