Γράφει ο Τρύφωνας Δάρας

«Λες μαλακίες» ή για την ακρίβεια «η πολιτική μαλακία έχει και όρια» ξεστόμισε μέσα στη Βουλή βουλευτής του ΚΚΕ σχολιάζοντας τοποθέτηση συναδέλφου του. Έτσι ακούστηκε και στο ναό της δημοκρατίας η διασημότερη ίσως ελληνική λέξη που κυριαρχεί στο «ναό της αγοράς».

Η λέξη δεν είναι ασφαλώς καινούργια ούτε ανακάλυψη της νεοελληνικής αργκό. Αντίθετα έχει αρχαία ελληνική καταγωγή και με αυτήν σημαινόταν η οκνηρία, η μαλθακότητα αλλά και τινί μέτρω, η ασθένεια και η (πνευματική;) αδυναμία. Γνωστότερη αναφορά η περίφημη φράση του Θουκυδίδη από το σημαντικότερο κείμενο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, τον Επιτάφιο του Περικλή «φιλοκαλούμεν τε γαρ μετ΄ ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας» όπου βέβαια εδώ υποδηλώνεται η πνευματική νωθρότητα, καθώς ο Περικλής δια στόματος Θουκυδίδη μας λέει ότι οι αρχαίοι πρόγονοί μας όταν «φιλοσοφούσαν» δεν φλυαρούσαν ούτε «αμπελοφιλοσοφούσαν», αλλά μέσω της φιλοσοφίας αναζητούσαν λύσεις για τη ζωή και την καθημερινότητά τους θεμελιωμένες σε λογικές αρχές και παραδοχές. Η φράση συναντάται και στα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη (μόλις την προηγούμενη εβδομάδα διανεμήθηκαν με κυριακάτικη εφημερίδα), όπου έχει την έννοια της πνευματικής οκνηρίας («το φεύγειν τα επίπονα»).

Και χρειάστηκε να φτάσουμε στο Μεσαίωνα για να συνδεθεί η λέξη με τον αυνανισμό αλλά και με την αδυναμία, την αρρώστια, την εξασθένηση όπως μας διαφωτίζει το περίφημο Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας του σπουδαίου φιλόλογου, συμφοιτητή και φίλου του πατέρα μου, Εμμανουήλ Κριαρά, τον σημαντικότερο ίσως άνθρωπο που ευτύχησα να γνωρίσω στη ζωή μου.

Και σήμερα; Αχ σήμερα δυστυχώς η χρήση της λεξούλας αυτής έχει φτάσει να σημαίνει τόσα πολλά που στην ουσία να μην σημαίνει τίποτα! Θυμάμαι και πάλι τον μακαρίτη τον πατέρα μου, φανατικό υπερασπιστή της γλωσσικής ακρίβειας των αρχαίων ελληνικών, που θεωρούσε τη μικρή αυτή λέξη ως τη μεγαλύτερη απόδειξη της «μαλακίας» των νεοελλήνων δηλαδή της πνευματικής νωθρότητας, της λεξιπενίας,  και της καλπάζουσας φτωχοποίησης της γλώσσας μας! Και που να προλάβαινε, σκέφτομαι καμιά φορά, και την σημερινή «κομπιουτερίστικη» αργκό της νεολαίας, όπου ακόμη κι εμείς, πολύ νεότερης γενιάς από κείνον, αδυνατούμε πολλές φορές να παρακολουθήσουμε.

«Λες κάποιον μαλάκα», μου έλεγε όταν με άκουγε να χρησιμοποιώ αφειδώς τη λέξη. «Ωραία, τι θες να καταλάβω εγώ που σε ακούω γι’ αυτόν, πέραν της νεοελληνικής κυριολεξίας στην οποία προφανώς δεν αναφέρεσαι. Ότι είναι βλάκας, χαζός, ηλίθιος, χυδαίος, απρεπής, αγενής, νωθρός, άβουλος, επηρμένος, σπουδαιοφανής, ανώριμος, ανίκανος, μικροπρεπής, υποκριτής; Τι από όλα αυτά ή και πολλά άλλα

Τι ήθελε να πει; Είτε ότι είμαστε απαίδευτοι και λεκτικά άποροι είτε ότι βαριόμαστε να σκεφτούμε και να εκφραστούμε με στοιχειώδη ακρίβεια για πρόσωπα ή έννοιες ή καταστάσεις και ξεμπερδεύουμε με δυο-τρεις πολυφορεμένους και αναγνωρίσιμους γλωσσικούς  τύπους εν είδει κωδικοποιημένης έκφρασης και όποιος κατάλαβε και ό,τι κατάλαβε!

Γνωρίζω βέβαια ότι η μάχη της γλωσσικής ακρίβειας και σαφήνειας είναι μια μάχη οπισθοφυλακής, χαμένη εκ των προτέρων. Και φοβούμαι όχι μόνον λόγω της ταχύτητας της εποχής μας και της επέλασης της ηλεκτρονικής επικοινωνίας αλλά και λόγω της ίδιας της ανθρώπινης φύσης, διότι όπως έλεγε και ο φον Κλαούζεβιτς «αν και η λογική μας αναζητά τη σαφήνεια, η φύση μας βρίσκει συχνά την αβεβαιότητα συναρπαστική»

Οπότε, λέμε και καμιά μαλακία να περάσει η ώρα (της καραντίνας)!