Αλέξανδρος Γερολυμάτος

Με αφορμή την χουντικής έμπνευσης επιλογή της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας να απαγορεύσει για 4 μέρες την συνάθροιση άνω των 3 ανθρώπων εν όψει της επετείου της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, επανήλθε στη δημόσια σφαίρα μια βαθιά και εκτενής συζήτηση για την δημοκρατία και την στάση της συντηρητικής, μετ΄ αποδείξεως, παράταξης απέναντι σε αυτή.

Η απόφαση αυτή αποτέλεσε συνταγματική εκτροπή και σίγουρα ήταν η πλέον έντονη επίθεση απέναντι στα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματά μας, όμως δεν είναι η μοναδική φορά που η Νέα Δημοκρατία αποδεικνύει την αλλεργία της στο διάλογο και τους δημοκρατικούς θεσμούς. Τα παραδείγματα δυστυχώς πολλά, οι αντιδράσεις μάλλον όχι αρκετές!

Από τη δημιουργία μιας επίπλαστης πραγματικότητας και την χρηματοδότηση των ΜΜΕ σε καιρό πανδημίας για την εξασφάλιση της άκριτης στήριξής τους μέχρι την απουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη επανειλημμένα από την Βουλή στις ερωτήσεις βουλευτών και αρχηγών κομμάτων, είναι προφανές πως η Νέα Δημοκρατία αντιτίθεται -και τελικά πολεμά- κάθε είδους πολυφωνία και δημοκρατικό έλεγχο των πεπραγμένων της.

Σε όποιον τώρα αντιδρά σε αυτή την αυταρχικοποίηση του κράτους και της κυβέρνησης, η απάντηση είναι απλή: βία και καταστολή με εικόνες, σαν αυτές που έκαναν το γύρο του διαδικτύου μετά την 17η του Νοέμβρη, να τρομάζουν και τον πιο ψύχραιμο πολίτη.

Όπως είναι λογικό και η τοπική αυτοδιοίκηση δεν εξαιρέθηκε από αυτή την επίθεση. Στη πραγματικότητα ίσως ήταν το πρώτο θύμα της αυταρχικοποίησης του πολιτικού σκηνικού της χώρας, αφού αμέσως μετά την εκλογή του ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο ΥΠ.ΕΣ. κ.κ. Τάκης Θεοδωρικάκος έσπευσαν να κουτσουρέψουν την απλή αναλογική που για πρώτη φορά θα εφαρμοζόταν στην αυτοδιοίκηση και σε δεύτερο χρόνο να την καταργήσουν από εκλογικό σύστημα βουλευτικών εκλογών.

Μπορεί η καταπάτηση της απλής αναλογικής και της ισοτιμίας της ψήφου να μην προκαλεί αίσθηση, δεδομένης της διαχρονικής εναντίωσης της συντηρητικής παράταξης στο διάλογο και την συνεργασία πολλές φορές και στην ίδια την κοινωνία, όταν όμως την εξετάσει κανείς λίγο περισσότερο από ένα χρόνο μετά και κατανοεί πως ήταν απλά το πρώτο βήμα για κάτι που εξελίχθηκε σε ένα κρεσέντο αυταρχισμού.

Δημιουργείται λοιπόν ένα εξαιρετικά κρίσιμο ερώτημα στο οποίο θα κληθούμε να απαντήσουμε όλοι και όλες, ειδικότερα οι εκλεγμένοι σε όλους τους βαθμούς εκπροσώπησης, από τα Δημοτικά Συμβούλια μέχρι και την Βουλή: θα αποδεχθούμε αυτές τις πρακτικές καταστρατήγησης του συντάγματος και περιορισμού της Δημοκρατίας, ταυτιζόμενοι τελικά με την ουσία της νεοφιλελεύθερης πολιτικής της Νέας Δημοκρατίας με την ελπίδα για κάποια πενιχρή βοήθεια από μεριά της, ή θα οργανώσουμε τις αντιστάσεις της κοινωνίας μέσα από τον διάλογο και τις αποφάσεις για κοινή δράση στην ίδια κατεύθυνση με αυτή που έθεσε το κοινό κείμενο-σταθμός της κοινοβουλευτικής Αριστεράς;

Έφτασε ο καιρός που, όπως λέει και ο ποιητής, πρέπει ο καθένας μας να διαλέξει με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει και η αλήθεια είναι πως για αυτή την επιλογή όλοι μας θα κριθούμε και μάλιστα σύντομα.