Με πολύ μικρό μέρος του περσινού γιορταστικού τζίρου έκλεισαν μια ιδιαίτερα δύσκολη χρονιά τα εμπορικά καταστήματα της πόλης. Κατήφεια κι προβληματισμός για το μέλλον είναι η κυρίαρχη εικόνα στην αγορά του Χαϊδαρίου, η οποία φυσικά, δεν διαφέρει από αυτήν της υπόλοιπης χώρας. Αν οι μεγάλες επιχειρήσεις κατάφεραν να διασώσουν ένα αξιοπρεπές μέρος του τζίρου τους, δεν συνέβη το ίδιο με τους “μικρούς”, οι οποίοι δεν μπόρεσαν να μπουν με αξιώσεις στη μάχη των ηλεκτρονικών παραγγελιών. Εξάλλου, σύμφωνα με το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθήνας, μόλις 15.000 επιχειρήσεις σε σύνολο 750.000 πανελληνίως διαθέτουν ηλεκτρονικό κατάστημα, εκ των οποίων οι μεγαλύτερες 100 συγκεντρώνουν το 85% του τζίρου. Οπότε τι μένει για τα συνοικιακά μαγαζιά;

Μέσα σε αυτή την κατάσταση, λοιπόν, ούτε το click away κατάφερε να θερμάνει την αγοραστική κίνηση στο Χαϊδάρι, με τα προβλήματα να παραμένουν ζωντανά. Στους δύο κυριότερους εμπορικούς δρόμους αποτυπώνεται μια απογοητευτική, γιορτινή μοναξιά. Οι άλλοτε χαμογελαστοί πελάτες με τα δώρα στα χέρια έχουν αντικατασταθεί από βιαστικά, μασκοφόρα πρόσωπα. Κινούνται στην αγορά κυρίως για να αγοράσουν απαραίτητα είδη και κάποια μετρημένα δώρα για στενά συγγενικά τους πρόσωπα.

“Δεν κάνω συγκρίσεις σε σχέση με πέρυσι για να μην σοκαριστώ”

Το «Χαϊδάρι Σήμερα» έκανε μια σύντομη περιήγηση στην τοπική αγορά και μίλησε με καταστηματάρχες. Το πρώτο που είδαμε είναι ότι όλοι στα μαγαζιά τηρούν τα μέτρα.

Πρώτος μας σταθμός είναι η οδός Αγωνιστών Στρατοπέδου. Ιδιοκτήτρια καταστήματος γυναικείων ενδυμάτων επισημαίνει πως οι περισσότερες πελάτισσές της δεν γνωρίζουν να ψωνίζουν με τον νέο τρόπο. Κατά τα άλλα σημειώθηκε μια μικρή κίνηση μόνο δύο μέρες πριν από την εορτή των Χριστουγέννων, ενώ τις υπόλοιπες, μετά την επιβολή των περιοριστικών μέτρων, υπήρχε «νέκρα». Μας ανέφερε ακόμα πως πολλές πελάτισσες τής τηλεφωνούν και της λένε πως περιμένουν την άρση του lock down, ώστε να διαλέξουν τα καινούρια τους ρούχα με τον κλασικό τρόπο. Παραδέχτηκε πως ούτε και η ίδια ξέρει να χειριστεί τον νέο τρόπο αγορών, προκειμένου να καλύψει τις προσωπικές της ανάγκες.

Όσον αφορά τη σύγκριση τζίρου με τα περσινά επίπεδα, απάντησε χαρακτηριστικά: “Δεν κάνω συγκρίσεις για να μην σοκαριστώ!” Περιμένει ότι το λιανεμπόριο θα επανέλθει στην κανονικότητά του σε μία διετία…

Διπλανό κατάστημα εμπορεύεται βρεφικά και παιδικά ρούχα. Οι υπεύθυνες, περιγράφοντας την κίνηση, σημείωσαν πως σίγουρα είναι σε καλύτερη μοίρα, από το να ήταν τελείως κλειστά. Επειδή οι δικοί τους πελάτες είναι κυρίως νέοι άνθρωποι, γνωρίζουν να παραγγέλνουν διαδικτυακά και κάποιοι άλλοι τηλεφωνικά. Η φετινή κίνηση όμως δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την αντίστοιχη των περσινών εορτών.

“Πώς θα καλύψουμε τις επιταγές;”

Στη συνέχεια κατηφορίζουμε στην Στρατάρχη Καραϊσκάκη. Μπαίνουμε σε κατάστημα που εμπορεύεται κυρίως νεανικά ρούχα. «Αν κάποιος δεν δοκιμάσει το ρούχο, δύσκολα το αγοράζει», υπογραμμίζει ο πωλητής. Τη ίδια στιγμή η νεαρή επιχειρηματίας στέλνει μέσω facebook και instagram σε ενδιαφερόμενες πελάτισσές της φωτογραφίες με ενδύματα, μετά από τηλεφωνική συνεννόηση.

Γίνεται λόγος για δραματική πτώση στην κίνηση της αγοράς. «Εκτιμώ πως ο φετινός τζίρος υπολείπεται κατά 80%. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Πολλοί από εμάς έχουμε να καλύψουμε επιταγές από αγορές εμπορευμάτων με πίστωση. Αν δεν πληρωθούν αυτές, πώς θα καταφέρω να αγοράσω σε λίγο καιρό ανοιξιάτικα ρούχα;», τονίζει χαρακτηριστικά.

Ρωτάμε για την κίνηση και ιδιοκτήτρια παραπλήσιου χρυσοχοείου. «Κάτι κινείται σε εμάς, κυρίως από νέους ανθρώπους. Οι παραγγελίες κατά κόρον γίνονται τηλεφωνικά. Πιο συγκεκριμένα, μας δίνουν λεπτομερή περιγραφή κάποιου είδος που είδαν νωρίτερα στη βιτρίνα και τους άρεσε». Σε ό,τι αφορά τον τζίρο της, υπολογίζει ότι έχει πέσει στο «μισό». «Αν δεν “γυρίσει” το λιανεμπόριο, θα υποφέρουμε όλοι», υποστηρίζει.

Με την ευκαιρία, κάνει μια πρόταση προς τους αρμόδιους. «Να ανοίξει πλήρως το λιανεμπόριο με τον εξής περιοριστικό όρο: Αυστηρώς ένας πελάτης μέσα σε μια μικρομεσαία επιχείρηση». Σύμφωνα με την άποψή της, κάτι τέτοιο θα συντελούσε σε κάποια ομαλοποίηση της κατάστασης και θα έδινε μια μικρή ανάσα στην αγορά.

Το ίδιο ακριβώς μάς είπε και ιδιοκτήτρια καταστήματος παιδικών ρούχων στο Δάσος: “Έχω κατάστημα 100 μ. Αν έμπαινε μία πελάτισσα κάθε φορά, και εμείς θα δουλεύαμε και ο κόσμος θα μπορούσε να εξυπηρετηθεί και τα μέτρα προστασίας θα τηρούσαμε. Τώρα, χρειάζεται τρομερός αγώνας για να καλύψουμε επιταγές για να αγοράσουμε νέο εμπόρευμα. Αλλιώς… πώς θα συνεχίσουμε;”