Οι κλειστές πόρτες του Badley, πρώην Cutty Shark, ανοίγουν ξανά τη συζήτηση για το εμπορικό μέλλον του Χαϊδαρίου, τον ιστορικό πεζόδρομο της Καραϊσκάκη και τις σπουδαίες δυνατότητες που μένουν αναξιοποίητες.
Ρεπορτάζ – Συνέντευξη
Το κλείσιμο ενός ιστορικού καταστήματος δεν είναι ποτέ απλώς το τέλος μιας επιχειρηματικής διαδρομής. Είναι και μια αφορμή να αναρωτηθούμε τι συμβαίνει στην αγορά μιας πόλης, πόσο εύκολο είναι σήμερα να διατηρήσει κανείς μια επιχείρηση τέτοιου είδους, αλλά και τι χρειάζεται για να παραμείνει ζωντανό το εμπορικό της κέντρο.
Με αφορμή το οριστικό λουκέτο του Badley, του καταστήματος που συνδέθηκε με την ιστορία του Χαϊδαρίου ως Cutty Shark, συζητήσαμε με τον Άρη Χρονόπουλο, έναν καταστηματάρχη που γνωρίζει από πρώτο χέρι τις απαιτήσεις και τις δυσκολίες της εστίασης. Ο ίδιος διατηρεί το ιδιαίτερα επιτυχημένο ψητοπωλείο “Καλώς τους”, στην Πλατεία Ηρώων, και μεταφέρει την εμπειρία του για την αγορά, την καταναλωτική συμπεριφορά και τις προοπτικές της πόλης από τη σκοπιά του επιχειρηματία.

Το τέλος ενός ιστορικού στεκιού
Το Cutty Sark, όπως ήταν γνωστό για πολλά χρόνια, υπήρξε ένα από τα χαρακτηριστικά σημεία συνάντησης του Χαϊδαρίου. Με παρουσία που ξεπερνούσε τις τρεις δεκαετίες, είχε καταφέρει να αποκτήσει τη δική του θέση στην κοινωνική ζωή της πόλης. Δεν ήταν μόνο ένας χώρος για καφέ ή ποτό, αλλά ένα στέκι που συνδέθηκε με παρέες, συναντήσεις και στιγμές της καθημερινότητας.
Η ιστορία του έχει καλές και και δύσκολες στιγμές. Ξεκίνησε την σαν ένα γραφικό πέτρινο μπαρ, και κάποια στιγμή μεγάλωσε πάρα πολύ, την εποχή της μεγάλης άνθισης της εστίασης στην Ελλάδα. Τον Φεβρουάριο του 2012 το κατάστημα υπέστη ολοκληρωτική καταστροφή από έκρηξη στο διπλανό καφέ. Κάποια στιγμή το όνομα Cutty Shark έφυγε από τη μαρκίζα, λόγω αντίδρασης της γνωστής μάρκας ουίσκι, όπως λέγεται.
Σήμερα, το κλείσιμο ιστορικού καφέ επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα κατά πόσο μπορεί μια επιχείρηση εστίασης να αντέξει στις σημερινές οικονομικές συνθήκες.
Για τον Άρη Χρονόπουλο, η εξήγηση βρίσκεται στον συνδυασμό διάφορων παραγόντων, που πιέζουν ασφυκτικά την επιχειρηματικότητα.
Το υψηλό κόστος του ενοικίου στα μεγάλα ακίνητα της Καραϊσκάκη (6.000 ευρώ κα πλέον για το συγκεκριμένο), η μειωμένη αγοραστική δύναμη του κοινού και οι αλλαγές στις καταναλωτικές συνήθειες δημιουργούν ένα δύσκολο περιβάλλον.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ακόμη και καταστήματα με ιστορία, αναγνωρισιμότητα και σταθερή παρουσία στην τοπική αγορά μπορεί να φτάσουν στο σημείο να μην είναι πλέον βιώσιμα.
Τα όρια της επιχειρηματικότητας
Η εστίαση έχει αλλάξει σημαντικά. Ο επιχειρηματίας καλείται να διαχειριστεί αυξημένα λειτουργικά έξοδα, μαζί με αρκετή ψηφιακή γραφειοκρατία, ενώ ο πελάτης μετρά πλέον πιο προσεκτικά τις καθημερινές του δαπάνες.
Η έξοδος για καφέ, φαγητό ή ποτό εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της κοινωνικής ζωής, όμως η καταναλωτική αντοχή δεν είναι απεριόριστη. Κάποτε τα περισσότερα μαγαζιά είχαν κόσμο κάθε μέρα, ενώ τώρα ο χρόνος τους με γεμάτα τραπέζια έχει συρρικνωθεί σημαντικά. Η πίεση αυτή βέβαια γίνεται αισθητή σε ολόκληρη την αγορά και επηρεάζει άμεσα τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους, συνακόλουθα και την κερδοφορία τους.
Η Καραϊσκάκη μπορεί να είναι σπουδαίος προορισμός, όχι απλώς ένας δρόμος με καταστήματα
Η συζήτηση με τον Άρη Χρονόπουλο δεν έμεινε, ωστόσο, μόνο στο κλείσιμο ενός καταστήματος. Επεκτάθηκε στη συνολική εικόνα του Χαϊδαρίου και ιδιαίτερα στον πευκόφυτο πεζόδρομο της Στρατάρχη Καραϊσκάκη, έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους δημόσιους χώρους της Δυτικής Αθήνας.
Πρόκειται για ένα τοπόσημο με σημαντικά φυσικά και αστικά πλεονεκτήματα. Τα πεύκα, η άνεση του πεζόδρομου που βρίσκεται σε διαφορετικό ύψος από τον δρόμο και η σύνδεσή του με το εμπορικό κέντρο είναι αναμφισβήτητα μια εξαιρετική εμπειρία αστικής βόλτας. Το ερώτημα όμως είναι αν αξιοποιείται με τον καλύτερο τρόπο.
ΔΙΑΒΑΣΕ ΚΑΙ ΑΥΤΟ:
Το νέο Ειδικό Χωροταξικό για τον Τουρισμό αφορά και το Χαϊδάρι
Ο κ. Χρονόπουλος μάς απαντά με τις δικές του ερωτήσεις. Υπάρχει κατάλληλη φροντίδα για το πράσινο και λουλούδια στα παρτέρια; Υπάρχει συστηματική συντήρηση και ανανέωση του πεζόδρομου; Υπάρχει αυτό που με δυο λόγια θα μπορούσε να πει κάποιος “νοικοκυρεμένος χώρος”, ο οποίος προσκαλεί τον επισκέπτη και τον γεμίζει όμορφες εικόνες και θετικά συναισθήματα; Η Καραϊσκάκη μπορεί από μόνη της να αποτελεί λόγο επίσκεψης, αλλά εδώ και χρόνια δεν έχει τη μεταχείριση που αξίζει η ίδια και οι πολίτες που περπατούν τον ιστορικό πευκώνα, μας λέει.
Μας θυμίζει ότι πριν από δύο δεκαετίες ο πεζόδρομος του Χαϊδαρίου ήταν “κράχτης” για τη Δυτική Αθήνα, αλλά από τότε άλλαξαν πολλά. Από τη μια στασιμότητα στη δική μας περίπτωση και από την άλλη σημαντικές επενδύσεις σε σημεία αναψυχής άλλων δήμων.
“Ας φτιάξουμε τον χώρο στάθμευσης που ήδη έχουμε!”
Το πρόβλημα του παρκαρίσματος είναι μεγάλο στο κέντρο της πόλης, όπως και σε κάθε κέντρο, για να είμαστε ακριβείς. Προοπτική για να κατασκευαστεί ένα πάρκινγκ στο Χαϊδάρι δεν ακούγεται. Ωστόσο δυνατότητα νόμιμης στάθμευσης υπάρχει!
Ο Άρης Χρονόπουλος αναφέρεται στον χώρο έξω από το Δρομοκαΐτειο, στην Ιερά Οδό, που φτάνει μέχρι το γήπεδο Τάκης Χαραλαμπίδης και μπορεί να φιλοξενήσει σχεδόν 200 ΙΧ. Πιστεύει ότι θα μπορούσε να αποτελέσει αφετηρία ενός σχεδιασμού χωρίς μεγάλες δαπάνες υλοποίησης και πιθανότατα χωρίς κόστος για τους οδηγούς.
Η ιδέα είναι απλή, αλλά με σημαντικές δυνατότητες: κάποιος να αφήνει το αυτοκίνητό του στο ένα άκρο της Καραϊσκάκη και να μπορεί να κινηθεί με τα πόδια προς το κέντρο και να συνεχίσει τη διαδρομή του έως το Παλατάκι. Είναι μια πολύ ωραία βόλτα που, αν την κάνεις ολόκληρη είναι 1.100 μ. Κάτι παραπάνω από 2 χλμ. μπρος – πίσω, μέχρι τον χώρο του πάρκινγκ. Διόλου απαγορευτικό, δηλαδή.
Αυτός ο περόπατος στον όμορφο πευκώνα, με τις κατάλληλες παρεμβάσεις -πράσινο, φωτισμός, καθαριότητα και προσεγμένοι κοινόχρηστοι χώροι- μπορεί να είναι πραγματικά πόλος έλξης και με δυνατότητα στάθμευσης, όπως αναφέραμε.
“Το Χαϊδάρι δεν στερείται από ωραία μαγαζιά, εμπορική κίνηση δεν έχει”
Στην καρδιά της συζήτησης βρίσκεται μια διαπίστωση που αξίζει να εξεταστεί σοβαρά: το Χαϊδάρι διαθέτει αξιόλογες επιχειρήσεις, καταστήματα εστίασης και επαγγελματίες που επενδύουν καθημερινά στην ποιότητα και στην εξυπηρέτηση. Αυτό που φαίνεται να λείπει είναι η επαρκής εμπορική κίνηση.
Όπως επισημαίνει ο Άρης Χρονόπουλος, η ενίσχυση της εμπορικής δραστηριότητας θα μπορούσε να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά για ολόκληρη την αγορά. Περισσότερος κόσμος στα εμπορικά καταστήματα σημαίνει περισσότερη κίνηση στους δρόμους, μεγαλύτερη επισκεψιμότητα στα καφέ και στα καταστήματα εστίασης και περισσότερες ευκαιρίες για τις τοπικές επιχειρήσεις.
Η εμπορική αγορά και η εστίαση δεν λειτουργούν ανεξάρτητα η μία από την άλλη. Αλληλοτροφοδοτούνται. Ο επισκέπτης που έρχεται για ψώνια μπορεί να καθίσει για καφέ ή φαγητό. Αντίστοιχα, εκείνος που επιλέγει ένα κατάστημα εστίασης μπορεί να γνωρίσει την αγορά, να περπατήσει στους δρόμους και να επισκεφθεί άλλα καταστήματα.
Αυτή η αλυσίδα δραστηριοτήτων είναι που δίνει ζωή σε ένα εμπορικό κέντρο.
Όταν, αντίθετα, η αγορά δεν καταφέρνει να προσελκύσει σταθερά επισκέπτες, οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να διατηρήσουν τον τζίρο τους, ακόμη κι αν προσφέρουν καλά προϊόντα και υπηρεσίες.
Γι’ αυτό και η συζήτηση για την εμπορική ζωή του Χαϊδαρίου δεν μπορεί να περιορίζεται στο πόσα καταστήματα λειτουργούν ή κλείνουν. Χρειάζεται να αφορά και το πώς η πόλη μπορεί να προσελκύσει περισσότερο κόσμο και να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε αυτός να παραμένει και να καταναλώνει στην τοπική αγορά.