Όταν ξεκίνησε η δράση του ξυλοφάγου κινέζικου σκαθαριού, πριν 7-8 χρόνια περίπου, κανένας δεν φανταζόταν το ολοκαύτωμα που θα προκαλούσε σταδιακά στο πράσινο της Αθήνας.
Ο Xylotrechus chinensis ήταν ένας λαθρομετανάστης που πέρασε απαρατήρητος από τα “ραντάρ” του κράτους. Ήταν μια όντως καταστροφική ξενική εισβολή, για τις οποία δεν υπήρχε κανένας έλεγχος στα σύνορα, όπως όφειλε να ασκεί στα φυτευτικά προϊόντα μία οργανωμένη χώρα… Το αποτύπωμα της δράσης του το βλέπουμε σήμερα στις αμέτρητες κενές θέσεις στα πεζοδρόμια της πόλης μας, εκεί όπου κάποτε βασίλευαν οι όμορφες μουριές. Τώρα χάσκουν τρύπες, που εκτός από την αντιαισθητική εικόνα που προσθέτουν στις ήδη χιλιοταλαιπωρημένες αστικές υποδομές, αποτελούν παγίδες για τους πεζούς.
Το σκαθάρι μάς βρήκε απροετοίμαστους

Το κίτρινο σκαθάρι ανοίγει τρύπες στις μουριές για να αφήσει τα αβγά του και οι προνύμφες του σκάβουν στοές μέσα στα δέντρα, προκαλώντας σοβαρές ζημιές στον κορμό και τα κλαδιά τους, οδηγώντας τα ακόμα και στην ξήρανση.
Το Χαϊδάρι είχε 4.000 μουριές στα πεζοδρόμιά του, πάρα πολλές από τις οποίες δυστυχώς οδηγήθηκαν στη λύση του αλυσοπρίονου, καθώς άλλη θεραπεία δεν υπήρχε, παρά μόνο η κοπή και η απομάκρυνση των προσβεβλημένων κορμών. Θυμίζουμε ότι το ίδιο συνέβη με τους φοίνικες, που χάθηκαν όλοι και μάλιστα από προσβολή από συγγενές έντομο με το τωρινό.
Τα δέντρα προσβάλλονταν με τη σειρά. Βλέπαμε δηλαδή πέντε συνεχόμενα δέντρα που είχαν προσβληθεί και ξέραμε ότι θα ακολουθήσει το 6ο, 7ο κλπ. ή το απέναντι.

Προτάθηκε η θεραπεία μέσω έγχυσης ειδικών εντομοκτόνων μέσα στις οπές του κορμού, αλλά αποδείχτηκε αδύνατη και αναποτελεσματική σε τόσο μαζική κλίματα προσβολής. Αυτό θα μπορούσε ίσως να έχει αποτέλεσμα μόνο στα πρώτα βήματα της νόσου, αλλά στην Ελλάδα δεν είμαστε ιδιαίτερα καλοί στην πρόληψη. Βιολογικές μέθοδοι, με εγκεκριμένα συστημικά εντομοκτόνα για αστικές περιοχές, δεν υπήρχαν, οπότε η διαχείριση κατέληξε στο κόψιμο. Και πάλι όμως το πρόβλημα δεν περιορίστηκε και χάθηκαν χιλιάδες δέντρα σε όλο το Λεκανοπέδιο.
Τώρα τι γίνεται με τις τρύπες;


Το ερώτημα είναι “τώρα τι γίνεται με τις τρύπες που έμειναν στα πεζοδρόμια;”. Ήδη πέρασε μεγάλο διάστημα από την κοπή πολλών δέντρων από την Υπηρεσία Πρασίνου και -κατά την πάγια απραξία του Δήμου Χαϊδαρίου- τα ανοίγματα στα πεζοδρόμια έμειναν ως έχουν, μερικά με σπασμένα ρείθρα γύρω τους. Επίσης συχνά παρατηρούνται καθιζήσεις στο χώμα που δημιουργούν λακκούβες με νερό στις βροχές. Όλα προκαλούν δυσκολίες στη βάδιση.
Το “κάτι πρέπει να γίνει” δεν σημαίνει ότι πρέπει απλώς να κλείνονται πρόχειρα για να ξεμπερδεύουμε από αυτές. Ιδανικά χρειάζεται συνδυασμός επιλογών με γνώμονα την ασφάλεια, το πράσινο, και την αντοχή στο αστικό περιβάλλον.
Στα πολύ στενά πεζοδρόμια είναι προτιμότερο να μην γίνει νέα φύτευση. Γέμισμα με σταθεροποιημένο χώμα και κυβόλιθοι είναι μια καλή λύση.
Στα πιο φαρδιά πεζοδρόμια η φύτευση νέων δέντρων ή θάμνων είναι αναγκαία για την ομορφιά και τον δροσισμό των δρόμων. Το κακό είναι ότι πολλές από τις μουριές που κόπηκαν ήταν αρκετών ετών και έχουν κλείσει τελείως τις οπές των πεζοδρομίων, οπότε είναι δύσκολο να φυτευτεί κάτι άλλο δίπλα. Εκεί χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια από την Υπηρεσία Πρασίνου.
Μουριές δεν είναι λογικό να ξαναφυτευτούν, άλλωστε από την αρχή του προβλήματος το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο είχε προτείνει την αραίωσή τους για να μειωθεί ο πληθυσμός του σκαθαριού. Η γεωπόνοι της Υπηρεσίας Πρασίνου γνωρίζουν τα δέντρα και τους θάμνους που είναι ανθεκτικά στη ζέστη και τη ρύπανση, αλλά και με ριζικό σύστημα που δε θα σηκώσει τα πεζοδρόμια. Ιδανικά θα ήταν να μπουν γύρω από τους κορμούς διαπερατές σχάρες δέντρων, που επιτρέπουν ίσια – βατά πεζοδρόμια.
Τα παραπάνω εύκολα δεν είναι, αλλά δεν είναι και “βουνό”. Οι τρύπες που χάσκουν στα πεζοδρόμια, όπως στις φωτογραφίες πολύ κοντά στο Δημαρχείο, είναι σύμβολα αδυναμίας και αδιαφορίας του δημοτικού μηχανισμού και επικίνδυνες για την καθημερινότητα των πολιτών.