Ο δικός μας σεφ, ο Γιάννης Μπαξεβάνης, έχει κερδίσει με το σπαθί του διεθνή αναγνώριση με όχημα την ελληνική δημιουργική κουζίνα και δικαιολογημένα θεωρείται “γκουρού” της εστίασης. Είναι Head Chef σε μεγάλα ελληνικά πεντάστερα ξενοδοχεία και παράλληλα είναι Executive Chef σε εκλεκτά εστιατόρια σε διάφορες χώρες σε όλο τον κόσμο, αλλά και καθηγητής της μαγειρικής.

Ο Γιάννης, λοιπόν, αποφάσισε να δραστηριοποιηθεί και πάλι επαγγελματικά στο Χαϊδάρι, μετά την εμβληματική του παρουσία στην πρώτη “Γιορτή”, την προηγούμενη δεκαετία. Και μάλιστα αυτή τη στιγμή ετοιμάζει όχι μία, αλλά δύο νέες δουλειές!

Χωρίς αμφιβολία οι ειδήσεις για νέα επιχειρηματικά σχέδια, μέσα στη δύσκολη περίοδο που διανύουμε, αποτελούν για όλους μας ενέσεις αισιοδοξίας. Όσο, λοιπόν, συλλέγουμε νεότερα για τα καταστήματα που ετοιμάζει ο σεφ στο Χαϊδάρι, σας παρουσιάζουμε συνέντευξή του στην εφημερίδα μας για τη δύναμη της ελληνικής κουζίνας και την αξία των ελληνικών διατροφικών προϊόντων, που μπορούν να στηρίξουν την ελληνική οικονομία.

“Αναστήσαμε τη Γιορτή του Κρασιού, αλλά δεν μάς ακολούθησε ο Δήμος”

– Γιάννη ήρθες στο Χαϊδάρι ως ιθύνων νους της πρωτοπόρου τότε “Γιορτής”. Τι αναμνήσεις κράτησες από εκείνη την εποχή;

Από το 2006 μέχρι το 2008 ήμουν συνεταίρος στη Γιορτή. Για μένα ήταν μια δυνατή περίοδος. Από τότε που σταμάτησε η “Γιορτή του Κρασιού” ήταν ένα όνειρό μας να ξεκινήσει και πάλι, αλλά με άλλη ποιότητα. Δηλαδή την πρώτη χρονιά που αναλάβαμε εμείς αυτή την επιχείρηση την αναβιώσαμε με τον εξής τρόπο: Είχαμε στήσει πάγκους και οι οινοποιοί παρουσίαζαν τα κρασιά τους. Δεν επικρατούσε χάος, όπως γινόταν  τα παλαιότερα χρόνια. Ήταν ένα όνειρο που είχα από τα παλιά να αναστήσω τη Γιορτή, αλλά πιο ποιοτικά. Τα καταφέραμε μία χρονιά. Απλώς ήταν μεγάλο το κόστος και δεν μπορούσαμε να το σηκώσουμε μόνοι μας. Έπρεπε να συμμετέχει ο Δήμος. Ενώ μας είχε υποσχεθεί πως θα συμβάλει σε αυτό, δεν το έκανε ποτέ.

Πάντως το συγκεκριμένο σημείο έχει μια πολλή ωραία αύρα, γιατί εκεί γίνονταν γιορτές από τα αρχαία χρόνια. Όταν οι αρχαίοι ξεκινούσαν από την Ακρόπολη για να πάνε στα Ελευσίνια μυστήρια, σταματούσαν στο Ναό του Απόλλωνα στο Δαφνί, όπου γινόταν πανηγύρι. Στα νεότερα χρόνια και περίπου για τρεις δεκαετίες, γινόταν κάθε καλοκαίρι η Γιορτή του Κρασιού. Εκεί είχαν τραγουδήσει κατά καιρούς πολλοί γνωστοί Έλληνες καλλιτέχνες. Ο κόσμος γλεντούσε και πέρναγε πολύ ωραία. Η γιορτινή ατμόσφαιρα υπάρχει ακόμα στον «αέρα». Την εποχή που ήμουν συνεταίρος στη Γιορτή έρχονταν πελάτες από όλο το λεκανοπέδιο. Ήταν σαν μια πανήγυρη μέσα στη φύση.

“Τα τοπικά προϊόντα αποτελούν παγκόσμια τάση

Η τοπική κουζίνα θα μπορέσει να αναθερμάνει την ελληνική οικονομία;

Είναι πλέον παγκόσμια μόδα σχεδόν όλοι οι σεφ, ακόμα και οι μεγαλύτεροι στον κόσμο, να ασχολούνται με προϊόντα που υπάρχουν δίπλα τους. Να τους δίνουν αξία και να αντλούν ιδέες μέσα από την παράδοση. Οπότε η μόδα πάντα θα έρχεται στις παραδοσιακές συνταγές. Πολύ περισσότερο στην Ελλάδα, που έχουμε πολλά να αναδείξουμε, αφού έχουμε μία από τις σημαντικότερες κουζίνες στον κόσμο. Η μόδα της Ελληνικής Κουζίνας επικράτησε, έφυγε, ξανάρθε και θα ξανάρθει και πάλι με τα τοπικά προϊόντα που αποτελούν παγκόσμια τάση. Οπότε δεν θα πρέπει ποτέ να την αποχωριστούμε, αν θέλουμε να κρατήσουμε μια διαφορετική προσωπικότητα από τους άλλους λαούς. Ενώ υπάρχει μια τάση παγκοσμιοποίησης και στη γεύση, το μόνο που θα μας σώσει είναι να κρατήσουμε όσο πιο δυνατά μπορούμε την παράδοσή μας και να αντλούμε γεύσεις μέσα από αυτή.

– Στον πολύχρονο προσωπικό αγώνα σου για την καθιέρωση των ελληνικών προϊόντων, βλέπεις αποτελέσματα;

Δεν λέμε ότι έχουμε τα καλύτερα προϊόντα στον κόσμο, αλλά έχουμε προϊόντα που είναι εξαιρετικά. Οι μικροί παραγωγοί κάνουν τρομερή προσπάθεια με νύχια και με δόντια να βγούνε στην αγορά και να τους γνωρίσει ο κόσμος. Από εμάς τους σεφ αλλά και από τους καταναλωτές εξαρτάται να μάθουμε την αξία τους, να δίνουμε τα λεφτά στους διπλανούς μας, προκειμένου να μη φεύγουν στο εξωτερικό και να δημιουργούμε θέσεις εργασίας. Ειδικά τώρα που η οικονομία μας έχει ανάγκη περισσότερο από ποτέ, για να μην μεταναστεύουν τα παιδιά μας.

Από κει και πέρα, όσο εμείς τα χρησιμοποιούμε και τα προβάλουμε, θα μάθουν οι ξένοι να τα βάζουν στις κουζίνες τους και να βγαίνουν προς τα έξω. Το πρώτο βήμα είναι να τα χρησιμοποιούμε εμείς και να γίνουμε φανατικοί υποστηρικτές τους και διαφημιστές τους.

Φέτος θα έχουμε τουριστική κίνηση της “τελευταίας στιγμής”

– Τι ελπίζουν τα μεγάλα ξενοδοχεία και εστιατόρια για την ερχόμενη τουριστική σαιζόν;

Αυτή τη στιγμή δεν μπορούμε να προβλέψουμε τίποτα, γιατί οι κρατήσεις είναι μηδενικές. Αλλά είμαστε πολύ αισιόδοξοι, εφόσον πέρυσι αρκετοί πήγανε καλά. Όμως θα είναι κρατήσεις της “τελευταίας στιγμής”. Γιατί με την κατάσταση που επικρατεί, οι ξένοι όπως και εμείς οι Έλληνες, δεν μπορούν να προβλέψουν πού θα πάνε φέτος για διακοπές και για πόσο καιρό, αφού έχουν μείνει όλα πίσω. Θεωρούμε όμως πως όταν θα έρθει εκείνη η ώρα,  θα έχουμε κρατήσεις τελευταίας στιγμής.

Θα ήθελα ακόμα να προσθέσω πως με το lockdown που περνάμε, όλοι μας έχουμε την ανάγκη να βγούμε κάποια στιγμή έξω για  να διασκεδάσουμε και να ξαναθυμηθούμε τα γλέντια που έκαναν οι γονείς μας που σιγοτραγουδούσαν, τρώγοντας και πίνοντας στο τραπέζι. Είναι πράγματα που τα έχουμε χάσει και πρέπει να  ξαναβρούμε τη χαρά μας και την ευδιαθεσία μας. Όλα αυτά που όταν ερχόταν οι ξένοι στην Ελλάδα και τα έβλεπαν τους άφηνε μια καλή ανάμνηση.

Επίσης θέλω να διευκρινίσω πως δεν είμαι εναντίον της ξένης κουζίνας και των ξένων εστιατορίων. Είμαι υπέρ του να έρθουν οι ξένοι και να ανοίξουν εστιατόρια στην Ελλάδα. Αυτό θα μας δώσει τη δυνατότητα να γνωρίσουμε και άλλες κουζίνες, να πάρουμε και άλλες ιδέες  και να ανοίξει το μυαλό μας. Αυτό που επιμένω είναι να χρησιμοποιούμε ελληνικά προϊόντα, για να δίνουμε δουλειά στους δίπλα μας.