Θάνατος στο πεζοδρόμιο. Στο καλό Μάριε, στο καλό Αντρέα…

Ο θάνατός τους απασχόλησε πολύ λίγους, πέρασε στα αζήτητα, όπως και η σύντομη ζωή τους. Ένας βίος θνητός από τα χρόνια της εφηβείας, με παρέα τη μοναξιά και ελπίδα τις ουσίες της άπιαστης ευτυχίας. Ο Μάριος πέθανε στο πεζοδρόμιο της Λεωφόρου Αθηνών, ο Αντρέας στο ξεχαρβαλωμένο, παγωμένο σπίτι του, κάπου στο Χαϊδάρι.
Ο φετινός χειμώνας είναι σκληρός για τα πρεζάκια. Οι συνθήκες της ζωής τους είναι κακές και το κορμί τους καταπονημένο από τις ενέσεις και τις στερήσεις. Λύγισαν. Τυπικά, ούτε στο αστυνομικό δελτίο δεν μπήκε ο θάνατός τους, αφού δεν αποδόθηκε σε χρήση. Η αλήθεια όμως είναι γνωστή στους νοσοκόμους και τους αστυνομικούς που τους μάζεψαν. Άλλωστε τους είχαν «σηκώσει» κι άλλες φορές, απλώς αυτή ήταν η τελευταία. Τους γνώριζαν καλά από ελέγχους και μικροκλοπές. Μερικές φορές τους φρόντιζαν, τους έδιναν μια κουβέντα, μια πορτοκαλάδα, ένα χαρτζιλίκι. Μέχρις εκεί όμως. Η φροντίδα της πολιτείας δεν έγινε ποτέ επίσημη, πραγματική, λυσιτελής. Το ενδιαφέρον ενός γείτονα ή κάποιου ασυνήθιστου μπάτσου δεν στάθηκε αρκετό. Η κοινωνία δεν ήθελε να βλέπει το πρόβλημα… «πήγαινε αγόρι μου να κάνεις την ένεσή σου στο γιαπί. Τι με νοιάζει εμένα αν πεθάνεις από το κρύο ή την υπερβολική δόση; Τι με κόφτει αν η σύριγγά σου έχει περάσει κι από δέκα χέρια ακόμα; Πρόβλημά σου!». Κάπως έτσι χάνονται πολλοί νέοι.
Τον Μάριο τον γνώριζα, καθώς περνούσε τακτικά από την πλατεία του Δάσους. Τελευταία είχε καταντήσει πετσί και κόκαλο, «φτερό στον άνεμο»… Μια απλή γρίπη θα μπορούσε να είναι μοιραία. Ίσως και να ήταν τελικά. Κάποια μαγαζιά του έδιναν φαγητό, κάποιοι περαστικοί του έβαζαν στο χέρι λίγα νομίσματα. Δεν ήξεραν αν έκαναν το σωστό, αν τα χρήματα θα πήγαιναν σε φαγητό ή στην πρέζα. Δεν έχουμε καθοδήγηση από τους ειδικούς, η αμηχανία που προκαλεί το απλωμένο χέρι του κάθε Μάριου παλαντζάρει μεταξύ του οίκτου και της άγνοιας…
Κατοικούσε περιοδικά στο ερείπιο της Γ. Παπανδρέου. Δυο βρώμικες κουβέρτες, ξεχαρβαλωμένοι τοίχοι και το τσιμεντένιο δάπεδο. Οι γείτονες διαμαρτύρονταν, τα είχαμε γράψει και από αυτές τις σελίδες. Όταν πρόσφατα καθαρίστηκε και σφραγίστηκε ο χώρος, σκουπίστηκαν και τα ανθρώπινα μπάζα. Ποιος ξέρει πού βρήκε καταφύγιο. 
Στην προεκλογική περίοδο ο Μάριος καθόταν στα πολιτικά κιόσκια. Ήθελε συζήτηση. Αν ο ίδιος και οι όμοιοί του πήγαιναν και να ψηφίσουν, ίσως τα κόμματα να έδιναν μεγαλύτερη σημασία στα προβλήματά τους.  
Δεν έδειχνε ότι σκεφτόταν στα σοβαρά να προσπαθήσει να φύγει από τα ναρκωτικά. Ίσως να κάνω λάθος, αλλά δεν νομίζω ότι και κανένας κρατικός φορέας επιδίωξε αληθινά να τον βάλει σε μια άλλη πορεία. Όχι ότι το αποτέλεσμα είναι εγγυημένο, αλλά σήμερα ο Μάριος και ο Ανδρέας θα ζούσαν, αν βρίσκονταν σε κάποιο πρόγραμμα, είτε «στεγνό» είτε με υποκατάστατα. 
Θα ζούσε ακόμα και αν μπορούσε να κάνει την ένεσή του σε έναν καθαρό, ελεγχόμενο χώρο, σε νοσοκομείο, ας πούμε. Το ίδιο, αν κάποιος κοινωνικός φορέας φρόντιζε να τρώει σωστά και να μένει σε ένα κανονικό δωμάτιο, έστω κι αν είναι αμετανόητος χρήστης. Δυστυχώς, κάποιοι σοκάρονται όταν μιλάμε για δικαιώματα στα πρεζάκια, σαν να είναι άνθρωποι…
…»Πήγαινε αγόρι μου να κάνεις την ένεσή σου στο γιαπί. Τι με νοιάζει εμένα αν πεθάνεις από το κρύο ή την υπερβολική δόση; Πρόβλημά σου!»… 
Μενέλαος Χρόνης