Ραντεβού στο βουνό με τα αγαπημένα μου ντουβάρια

Η γλυκιά μου γυναίκα επέμενε χρόνια: «Αν ρίξουμε αυτό το
τοιχάκι, θα ανοίξει το σαλόνι και θα
αποκτήσει αέρα η κουζίνα. Θα γκρεμίσουμε
και το τζάκι και θα το μεταφέρουμε στη
γωνία, για να βάλουμε στη θέση του τον
καναπέ. Θα…». Κάθε φορά που άρχιζε το
διακοσμητικό της κρεσέντο πάθαινα κάτι
μεταξύ κατάθλιψης και εγκεφαλικού. Το
απέκλεια απολύτως! Διά της επαναλήψεως,
κατάφερε να με κάνει να συμπονέσω τα
καημένα τα ντουβάρια, που πέφτουν θύματα
της παντοτινά ανικανοποίητης γυναικείας
φύσης.

Όμως, όπως σωστά
καταλάβατε, μια ωραία πρωία βρέθηκα με
τη βαριά στο χέρι να γκρεμίζω με λύσσα.
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ο σύζυγος
κραδαίνει σαν ρομφαία τη βαριοπούλα. Είναι προέκταση του αντρικού του ρόλου.
Δεν υποπτεύεται ότι η «περηφάνια» του
είναι απλά υπεραναπλήρωση της μειονεξίας
του, επειδή στο τέλος κάνει πάντοτε αυτό
που επιθυμεί η γλυκιά συμβία του…


Τέλος πάντων… Δεν έχω
στόχο να κάνω ψυχανάλυση του σύγχρονου
ζευγαριού. Όσα σας είπα μέχρι τώρα είναι
μόνο η αρχή των παθών μου. Αφού σώριασα
τους τοίχους, μάζεψα τα μπάζα νοικοκυρεμένα
σε σακούλες –ούτε μπορούσα να φανταστώ
πόσο όγκο μπορεί να έχει ένα τοιχάκι
2χ2 και ένα τζάκι. Τα κατέβασα με τα χίλια
ζόρια στο πεζοδρόμιο -μη πέσει καμιά
σκονίτσα στα σκαλιά της πολυκατοικίας-
και τα τακτοποίησα, όσο γίνεται να
συμμαζέψεις ένα βουνό σε ένα μέτρο χώρο.

Πήρα τηλέφωνο στον Δήμο
να έρθουν να τα παραλάβουν. «Πόσα είναι;»
με ρώτησαν. Καμιά κατοστή σακούλες, τους
ενημέρωσα άνετος. «Ξεχάστε το. 10 – 20 τις
παίρνουμε στη ζούλα, παραπάνω με τίποτα.
Δεν μας επιτρέπει η χωματερή να τα πάμε
εκεί, γιατί γεμίζει πριν την ώρα της
–και κρατάει και πολύ λίγο αυτή η ώρα!
Έπρεπε να έχετε νοικιάσει κάδο για υλικά
κατεδάφισης». Έπρεπε, αλλά αφού, δεν…;
Τα μπάζα έμεναν στο
δρόμο, η γειτόνισσα δυστροπούσε -το ίδιο
κάνει και χωρίς να υπάρχουν μππάζα- ο
διαχειριστής μού έβαλε τελεσίγραφο:
«Αύριο να τα έχεις πάρει. Αλλιώς…». Πάντα με την ευγένεια και την ανοχή σ’
αυτή την πολυκατοικία. Στο σπίτι η
γυναίκα μου αντιμετώπιζε την κατάσταση
με ένα γελάκι, που ήθελα να το ερμηνεύω
ως μειδίαμα συγκατάβασης Ήθελα, αλλά
κάτι άλλο ήταν…τού τύπου, ας πούμε,
“μια δουλειά ανέλαβες να κάνεις, και
τα έκανες ρόιδο”…

Το επόμενο πρωινό κατέβηκα
ορκισμένος να δώσω λύση. Άνοιξα
αποφασισμένος το πορτ παγκάζ του
αυτοκινήτου μου. Όμως μου φάνηκε τόσο
καθαρό, τόσο μικρό και ανυπεράσπιστο…
«Αυτό, αποκλείεται…», ψιθύρισα
τρομοκρατημένος. Και έκλεισα την πόρτα.

Ευτυχώς, όπως γίνεται
πάντα στα πολύ δραματικά έργα, την υστάτη
ώρα εμφανίστηκε ο από μηχανής -ή μάλλον
ο από ντάτσουν- θεός. Το μεγάφωνο στην
οροφή έπαιζε κάτι σαν κλαρίνα και
ενδιαμέσως ακουγόταν στέρεη και σίγουρη
η φωνή του σωτήρα μου: «Ταράτσες καθαρίζω,
υπόγεια καθαρίζω, σίδερα μαζεύω. Ο
παλιατζήηηηης…». Σαν να άκουγα τη
μελωδία της ευτυχίας.
-Πεζοδρόμια καθαρίζεις;
Φρενάρισε, μισάνοιξε την πόρτα με αργές
κινήσεις, «έκοψε»το εμπόρευμα χωρίς να
βγει και γνωμάτευσε, με το τσιγάρο να
κρέμεται στα χείλη:
– Εξήντα για σένα,
αδερφέ.
Μωρέ όσα και να μου έλεγες…Φορτώναμε και
σιγοτραγουδούσαμε περιπαθώς τη μουσική
υπόκρουση από το μεγάφωνο: «Με ματώνεις,
με σκοτώνεις, το κορμί μου φουντουλώνεις»
ή κάπως έτσι τέλος πάντων. Τελειώσαμε
μέσα στην καλή χαρά. Έριξα το εξηνηντάρι
και αναστέναξα με ανακούφιση. Μακριά
από μένα κι όπου νάναι τα παλιότουβλα,
σκέφτηκα. 



Μόνο που μου φάνηκε ότι το
ντάτσουν ήταν τόσο σουζαριστό από το
βάρος και σε τέτοια κατάσταση διάλυσης,
που προβληματίστηκα. “Αλήθεια, πού να
πάει άραγε τον τοίχο μου; Αυτός ούτε
Σκαραμαγκά δε φτάνει” (θα δείτε ότι
έπεσα μέσα). Έτσι έκανα μια υστάτη
ερώτηση: 
– Θα τα πας σε παλιό λατομείο
αναγνωρισμένο από το ΥΠΕΧΩΔΕ ως χώρο
υποδοχής μπάζων, έτσι δεν είναι;
Με
κοίταξε με οίκτο.

Μετά από καμιά βδομάδα
βγήκα για περίπατο στο Ποικίλο. Τα
υπόλοιπα εξελίχτηκαν με κινηματογραφική
ταχύτητα. Στο χωματόδρομο πάνω από την
, εκεί όπου πάντα απολάμβανα τα ονομαστά
ηλιοβασιλέματα του Σκαραμαγκά, βρήκα
πεταμένα μπάζα. Έξαλλος πήρα τηλέφωνο
τον Δήμο να διαμαρτυρηθώ. Έπεσα στον
ίδιο υπάλληλο, που με θυμήθηκε. Με ρώτησε, λοιπόν, πού πέταξα τα
δικά μου μπάζα. Του είπα την πάσα αλήθεια
για τον τσιγγάνο, για τις μουσικές
επιτυχίες που τραγούδησα, για το
σουζαριστό φορτηγάκι…


– Λοιπόν, μην το αποκλείετε καθόλου να συναντηθήκατε
και πάλι με τον τοίχο σας!


Αυτό ήταν. Εκείνες τις
σακούλες κάπου τις ήξερα. Δεν το είπα
σε κανέναν, εννοείται κυρίως στη γυναίκα
μου. Πήρε τη χαρά με την καινούργια
διαρρύθμιση του σπιτιού, μην της δώσω
και την επιπλέον ότι δεν κατάφερα να
ξεφορτωθώ τα μπάζα!

Από τότε, κάθε τόσο
ρομαντζάρω ατενίζοντας τα ηλιοβασιλέματα
καθισμένος στο βράχο μου στην Αφαία,
κουνώντας τα πόδια μου ακριβώς πάνω από τα αγαπημένα μου ντουβάρια.
Αισθάνομαι μια άλλη οικειότητα με τον
χώρο πια…  

Μενέλαος Χρόνης