Κερασία Σαμαρά: «Απεχθάνομαι τα τουρκικά σήριαλ»

Η ΚΕΡΑΣΙΑ
ΣΑΜΑΡΑ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΟ
«ΧΑΪΔΑΡΙ ΣΗΜΕΡΑ»

Συνέντευξη
στον Γιώργο Παπαπαναγιώτου
Η χαϊδαριώτισσα
ηθοποιός, αέρινη και ευαίσθητη, αναφέρεται
στην πόλη που γεννήθηκε, μεγάλωσε και
λατρεύει. Μας μιλάει
για τον καλλιτεχνικό
δρόμο που επέλεξε, μέχρι
να φτάσει στα ψηλά σκαλιά
του θεάτρου. Ακόμα
παρουσιάζει τις τελευταίες
της θεατρικές δουλειές, αλλά και τα
νέα εγχειρήματά της στην
σκηνοθεσία και τη συγγραφή θεατρικού
έργου.
– Κερασία, τι θυμάσαι
από τα παιδικά σου χρόνια στο Χαϊδάρι;
Αυτό που πιο πολύ θυμάμαι
και με έχει σημαδέψει είναι ο τρόπος
που παίζαμε στα πολύ ανοικτά οικόπεδα
και τις αλάνες. Μέσα σε ένα περιβάλλον
σαν αυτό που σήμερα το
λέμε χωριό: πολλά δέντρα, πρόβατα,
μονοκατοικίες μόνο, χωματόδρομοι,
πόλεμος της κάτω γειτονιάς με την επάνω.
Μεγάλωσα στην οδό Ανεξαρτησίας.
– Θα θέλαμε να μας
κάνεις σύγκριση ανάμεσα στο Χαϊδάρι
του χθες και του σήμερα.
Σίγουρα το Χαϊδάρι έχει
διαμορφωθεί σε ένα προάστιο πολύ όμορφο.
Νομίζω πως είναι από τα ωραιότερα μέρη
της Αθήνας. Αναδείχθηκαν κάποια
σημεία του που πραγματικά είναι
πολύ αξιόλογα, όπως η παλιά οδός Βασιλέως
Κωνσταντίνου (η σημερινή Στρατάρχου
Καραϊσκάκη), που έχει
φτιαχτεί πάρα πολύ ωραία. Στη Μονή
Δαφνιού έχουν γίνει κάποια έργα, μετά
στο Βοτανικό Κήπο. Πολλά
μέρη έχουν αναδειχθεί. Δεν είμαι από
τους ανθρώπους που αναπολούν το παρελθόν
ιδιαίτερα. Μου άρεσε το Χαϊδάρι όπως
ήταν, μου αρέσει και όπως
είναι. Αρκεί να προσέξουμε να μην κτιστεί
πάρα πολύ, να μη χαθεί η ευκαιρία με το
Στρατόπεδο Χαϊδαρίου, να
μη δοθούν όλα τα οικόπεδα στον Προφήτη
Ηλία κ.ά.

«Η
καλλιτεχνία δεν κερδίζεται, είναι κάτι
έμφυτο»
– Σε ποια ηλικία
αποφάσισες να ασχοληθείς με την
υποκριτική;
Πολύ αργά, σχετικά.
Άρχισα να ασχολούμαι με την υποκριτική,
αφού τελείωσα το τμήμα Βιολογίας
στο πανεπιστήμιο. Ήμουν 22-23 ετών, όταν
πήγα στη δραματική σχολή.
– Αν και
σπούδασες βιολογία, λοιπόν, σε κέρδισε το θέατρο.
Πιστεύεις ότι η καλλιτεχνία είναι μέσα
στο DNA;
Ναι. Πιστεύω πως αυτό
είναι κάτι που γεννιέται μαζί σου.
Υπάρχουν άνθρωποι λ.χ που είναι επιδέξιοι
στις χειρωονακτικές εργασίες -και είναι
υπέροχοι. Άλλοι που είναι πολλοί εύστοχοι,
άλλοι που είναι οξύνοες και μπορούν να
λύνουν μαθηματικά προβλήματα πολύ πιο
εύκολα από τους υπόλοιπους.
Η καλλιτεχνική φλέβα,
νομίζω, δεν κερδίζεται, είναι κάτι
έμφυτο. Αυτή την αίσθηση έχω.
– Πρωταγωνίστησες στο
σήριαλ «Το καφέ της Χαράς». Πρόκειται
για ένα χιλιοπαιγμένο σήριαλ.
Πού
οφείλεται αυτό; Στην επιτυχία του ή στην
έλλειψη άλλων τηλεοπτικών σειρών;
Νομίζω
στην επιτυχία του. Πρέπει να είμαστε
έτοιμοι να αναγνωρίσουμε αυτό
που αντιστοιχεί, σε όποια αξία του
αναλογεί. Το «καφέ της Χαράς» είναι
ένα σήριαλ που αγαπάει ο κόσμος. Γελάει
μαζί του, χαλαρώνει ακόμα και σήμερα,
το ξαναβλέπουν, έχει θεαματικότητα,
γι’ αυτό και το ξαναπαίζουν.
Υπάρχουν και άλλα σήριαλ, παλαιοτέρα
και πιο νέα. Αλλά προτιμούν ενδεχομένως
το συγκεκριμένο, γιατί κάθε φορά που το
βλέπεις γελάς, χαλαρώνεις και αισθάνεσαι
πιο αισιόδοξα.
Έχει αυτό το χάρισμα
που έχουν οι παλιές ελληνικές ταινίες.
– Έχεις
παίξει συνολικά σε τρεις κινηματογραφικές
ταινίες. Ποια είναι η αγαπημένη σου;
Έχω παίξει στις ταινίες
«Σταγόνα στον ωκεανό», «Τεστοστερόνη».
Στην τρίτη ταινία δεν
έπαιζα ακριβώς, αλλά ντούμπλαρα με την
φωνή μου την πρωταγωνίστρια. Δηλαδή
έπαιξα το ρόλο, μόνο με τη φωνή μου. Από
αυτούς τους ρόλους δεν ήταν κανένας
ιδιαίτερα μεγάλος, για να θεωρήσω κάποια
από αυτές ως την αγαπημένη μου.
«Έκανα
κι άλλες δουλειές…»
Μέχρι την καλλιτεχνική
σου καταξίωση, αναγκάστηκες να κάνεις
κάποια άλλη δουλειά για το βιοπορισμό
σου;
Ήμουνα δασκάλα, σαν
φοιτήτρια. Παρέδιδα μαθήματα φυσικής,
χημείας, βιολογίας, αγγλικών και μετά
δούλεψα σε ανθοπωλείο. Αλλά και αργότερα,
όταν τελείωσα τη δραματική σχολή, έκανα
ιδιαίτερα μαθήματα. Τώρα είμαι και
δασκάλα υποκριτικής.
Πόσες ώρες την εβδομάδα
βρίσκεσαι στο Χαϊδάρι και πώς περνάς
τον ελεύθερο χρόνο σου;
-Είμαι κάθε μέρα στο
Χαϊδάρι. Εδώ μένουν οι
γονείς μου και η αδελφή μου. Όταν βγαίνω
στο Χαϊδάρι, πηγαίνω στο
«Ρακόμελο», στην καφετέρια στο
«Icons», στον
Προφήτη Ηλία, σε πολλά μέρη της πόλης,
αλλά κυρίως σε αυτά τα τρία.
Παρακολουθείς τα
απογευματινά τούρκικα σήριαλ;
Όχι. Εκτός από την
έλλειψη χρόνου, τα απεχθάνομαι.
– Πιστεύεις ότι τα
σήριαλ που μάς προβάλουν
είναι μόνο συνέπεια της οικονομικής
κρίσης;
Και στο παρελθόν έχουμε
δει να διαπρέπουν στη θεαματικότητα,
trash. Πολύ περισσότερο
βέβαια, όταν έχεις απέναντι σου μια χώρα
που είναι ανταγωνιστική σε ένα βαθμό
στη δική σου, να προτιμούσες ένα
άλλο προϊόν και μάλιστα
εγχώριο. Βέβαια η ελληνική ιδιοσυγκρασία
αγαπάει τον μελοδραματισμό,
που άλλοτε ταυτιζόταν με
την ινδική κουλτούρα.
Νομίζω ότι πλέον η αισθητική έχει
καταρρακωθεί σε ένα βαθμό. Θα ήθελα να
μην πεθάνει η ελληνική μυθοπλασία, ότι
και αν είναι. Θα προτιμούσα, δηλαδή, ένα
σήριαλ που να μην ανταποκρίνεται,
έστω, στις προσδοκίες μας, αλλά να
είναι ελληνικό.
Η Κερασία δηλώνει περήφανη που κάθε χρόνο επιμελείται 
και παρουσιάζει την τελετή προς τιμήν των ηρώων τής Αντίστασης, στο Μπλοκ 15
«Οι δραματικές σχολές
καλλιεργούν ένα ταλέντο που
υπάρχει»
Υπήρξες μέλος του
εργαστηρίου φωνητικής τέχνης του Σπύρου
Σακκά. Η φωνητική πόσο απαραίτητη είναι
για έναν ηθοποιό;
Παρά πολύ. Είναι εντελώς
απαραίτητη. Όχι μόνο για να είναι
καλλίφωνος, αλλά για να ανταπεξέρχεται
στις υποχρεώσεις. Για να μην κλείνει,
όπως λέμε, η φωνή του. Για να μην βραχνιάζει.
Να μπορεί να βγάλει πέρα όλες του τις
παραστάσεις, όπως είναι προγραμματισμένες,
διότι όπως οι ιερείς, οι δάσκαλοι, οι
δικηγόροι και οι πολιτικοί, έτσι και οι
ηθοποιοί χρησιμοποιούν τη φωνή τους
σαν ένα από τα βασικά όργανα της εργασίας
τους και συχνά τής
συμπεριφέρονται πολύ σκληρά. Μην νομίζουν
πως η φωνή δεν παρουσιάζει σημεία
κόπωσης, κάμψεις αναπηρίας, ασθένειας.
Σε αυτή την περίπτωση, δεν μπορεί κανείς
να δουλέψει.
– Οι
δραματικές σχολές γεννάνε ή αναδεικνύουν
ένα ταλέντο;
Όχι, δεν γεννάνε με
τίποτα. Άλλωστε για να πάει κανείς σε
δραματική σχολή διαισθάνεται ότι μέσα
του υπάρχει ήδη, σαν πρόθεση. Σίγουρα
όμως το αναδεικνύουν και το καλλιεργούν.

– Έχεις
μουσικές παρουσίες σε διάφορα
CD.
Ήταν δική σου επιλογή να τραγουδήσεις
σε αυτά;
Ήταν δική μου, κατόπιν
της πρότασης που μου έγινε. Δηλαδή πρώτα
μου έκαναν την πρόταση και κατόπιν τους
είπα το ναι. Δεν επιδίωξα από μόνη μου
να τραγουδήσω.
«Παράλογη, βίαιη επίθεση κατά των Ελλήνων»
– Θα σταθώ λίγο στην
περυσινή θεατρική σου παρουσία, στο
έργο «Ο επιθεωρητής έρχεται», του
Τζων Πρίσλεΰ. Γράφτηκε στον απόηχο των
εχθροπραξιών του Δευτέρου Παγκοσμίου
Πολέμου. Πόσο επίκαιρο είναι στην περίοδο
της οικονομικής ύφεσης που διανύουμε;
Είναι επίκαιρο,
γιατί οι άνθρωποι τους οποίους
στηλιτεύει το έργο προέρχονται από μια
νεόπλουτη αστική τάξη, η οποία δημιούργησε
και το πρόβλημα. Καρπώθηκε
όλα τα χρήματα που προήλθαν από τη
βιομηχανική επανάσταση και από την
εργασία των πολλών ανθρώπων. Άρα είναι
επίκαιρο.
– Παράλληλα πέρσι και
φέτος έγραψες, σκηνοθέτησες και
πρωταγωνίστησες στο έργο «Έλα να
παίξουμε». Τι μήνυμα ήθελες να στείλεις
μέσα από αυτό το θεατρικό κείμενο;
Το «Έλα να παίξουμε»
γράφτηκε, σκηνοθετήθηκε και παρουσιάσθηκε
πρόπερσι για πρώτη φορά στο θέατρο
«Αργώ». Πέρυσι παίχθηκε στο θέατρο
της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών και
φέτος επίσης στο ίδιο θέατρο για λίγες
παραστάσεις. Γεννήθηκε από την επιθυμία
μου να μιλήσω για το φόβο που γεννά μια
παράλογη, βίαιη επίθεση. Αυτή η επίθεση
ήταν -στη δική μας περίπτωση-
η βία που υπέστημεν σαν έθνος και σαν
πολίτες αυτού του κράτους. Το ίδιο όμως
ένιωσα όταν αρρώστησε η μητέρα μου.
Όταν, δηλαδή, υφίστασαι ένα είδος βίας,
για το οποίο αισθάνεσαι
πως δεν είσαι υπεύθυνος ή επίσης
δεν υπάρχει τίποτα να κάνεις για να το
αποφύγεις.
Σκηνοθέτης
και σεναριογράφος
– Πόσο εύκολο είναι
για έναν ηθοποιό να γράφει και να
σκηνοθετεί;
Δεν είναι θέμα ηθοποιού.
Το να γράψεις ένα θεατρικό έργο δεν
είναι ούτε εύκολο ούτε δύσκολο. Είναι
κάτι να σου προκύψει, ένας λόγος αληθινός
και να θες να το γράψεις. Αυτό είναι το
αρχικό στάδιο και το δεύτερο είναι να
μπορείς να το κάνεις. Δεν είναι εύκολο.
Είναι δύσκολο. Εγώ προσωπικά πίστευα
πως ποτέ δεν θα κάνω κάτι τέτοιο. Όταν
το έκανα και επειδή είναι καλό, από ό,τι
λένε, απόρησα και εγώ η ίδια και τώρα θα
θελα να το ξανακάνω. Αλλά να φτάσεις σε
ένα σημείο να θες να το κάνεις και να το
κάνεις πρώτη φορά, είναι πάρα πολύ
δύσκολο.
Η σκηνοθεσία είναι κάτι πιο
αυτονόητο. Γιατί όταν είσαι πολλά χρόνια
στο θέατρο, κατά κάποιο τρόπο γνωρίζεις
τους κώδικες. Με τον ίδιο τρόπο που λες
«ένας σκηνοθέτης είναι καλός ή κακός»
(πράγμα που βλέπεις αμέσως στη δεύτερη
πρόβα), ξέρεις
τι είναι καλό ή κακό στο θέατρο και κατά
κάποιο τρόπο ξέρεις να το καθοδηγήσεις.
Ένας ηθοποιός μετά από 20-25 χρόνια στο
θέατρο, σχεδόν ξέρει να σκηνοθετεί.
– Σκέπτεσαι να γράψεις
ένα νέο θεατρικό έργο;
Ναι.
«Όλοι μαζί να κάνουμε κάτι
για το Χαΐδάρι»
– Ποια θα είναι η φετινή
θεατρική σου δουλειά;
Είμαστε στο «Σύγχρονο
Θέατρο», στο Γκάζι. Ανεβάζουμε την
παράσταση «Οι
δαιμονισμένοι», του Ντοστογιέφσκι.
Είμαστε ένας λαμπερός θίασος, που τον
πλαισιώνουν δώδεκα ηθοποιοί, άνθρωποι
που πραγματικά κάνουν ό,τι καλύτερο
μπορούν. Σκηνοθετεί ο Σταύρος Τσακίρης
και πρωταγωνιστούν οι Δήμητρα Χατούπη,
Αλέξανδρος Σταύρου, Ιωάννης Παπαζήσης,
Κερασία Σαμαρά, Βίκυ Μαραγκάκη, Δημήτρης
Μαύρος, Αλμπέρτο Φάις,
Σταύρος Καραγιάννης, Αλέξανδρος
Μπαλαμώτης, Στάθης Μαντζώρος, Έφη Ρεματά
και ο Κώστας Καστανάς, ο σπουδαίος αυτός
ηθοποιός που το ξέρουμε από χιλιάδες
παραστάσεις στο Εθνικό Θέατρο.
– Κλείνοντας, θέλουμε να μας πεις δυο λόγια για καθέναν
από πέντε εκλεκτούς Χαΐδαριώτες
συναδέλφους σου: Τάσος Χαλκιάς, Πέννυ
Παπουτσή, Μάνος Πετούσης, Σταμάτης
Τζελέπης, Λεωνίδας Χρυσομάλης
Δεν θέλω να μιλήσω
ξεχωριστά για τον καθένα από αυτούς.
Τους ξέρω όλους και είναι πολύ σπουδαίοι.
Πραγματικά όλοι τους έχουν ένα αξιοσημείωτο
ήθος στο θέατρο και είμαι πολύ χαρούμενη
που είναι Χαΐδαριώτες. Μακάρι να μας
δοθεί η ευκαιρία κάποια στιγμή, όλοι
μαζί να κάνουμε κάτι για το Χαΐδαρι -και
όχι μόνο.
– Κερασία σε
ευχαριστούμε πολύ.