Γιατί η επιστροφή της κατσίκας είναι πολιτικό ζήτημα

Χαϊδάρι Σήμερα
Από Χαϊδάρι Σήμερα - Τοπικός Τύπος
6 Λεπτά Ανάγνωσης

 Ηλίας Γ. Προβόπουλος

Η Ευρώπη συνδέει πλέον την πρόληψη των δασικών πυρκαγιών με την εκτατική κτηνοτροφία, την αναζωογόνηση της πρωτογενούς οικονομίας, τη στήριξη των ορεινών κοινοτήτων και τη βιώσιμη διαχείριση του τοπίου.

Για πολλά χρόνια η ευρωπαϊκή συζήτηση για τις δασικές πυρκαγιές περιστρεφόταν γύρω από τα εναέρια μέσα, τα πυροσβεστικά οχήματα, τα αντιπυρικά σχέδια και τις αποζημιώσεις. Η προσοχή στρεφόταν κυρίως στη στιγμή της καταστροφής και πολύ λιγότερο στην πρόληψη.

Σήμερα, όμως, φαίνεται πως κάτι αλλάζει.

Ένα πρόσφατο δημοσίευμα του Politico έφερε στο προσκήνιο ένα θέμα που μέχρι πριν από λίγα χρόνια δύσκολα θα έβρισκε θέση σε ένα ευρωπαϊκό πολιτικό μέσο ενημέρωσης: τον ρόλο της εκτατικής κτηνοτροφίας και ιδιαίτερα της κατσίκας στη μείωση του κινδύνου των δασικών πυρκαγιών.

Δεν πρόκειται για μια χαριτωμένη ιστορία με ζώα ούτε για μια επιστροφή στη νοσταλγία της υπαίθρου. Το ενδιαφέρον του άρθρου βρίσκεται αλλού. Δείχνει ότι η Ευρώπη αρχίζει να αντιμετωπίζει την παραδοσιακή βόσκηση όχι μόνο ως μια μορφή αγροτικής παραγωγής, αλλά και ως εργαλείο περιβαλλοντικής πολιτικής.

Αν και το δημοσίευμα του Politico εστιάζει κυρίως στις κατσίκες, η ουσία της συζήτησης αφορά συνολικά τη διαχειριζόμενη βόσκηση. Κατσίκες, πρόβατα και, όπου το επιτρέπουν οι συνθήκες, αγελάδες αποτελούν πολύτιμους συμμάχους στη διαχείριση της φυσικής βλάστησης. Κάθε είδος αξιοποιεί διαφορετικό τμήμα της: οι κατσίκες περιορίζουν τους θάμνους και τη ξυλώδη βλάστηση, τα πρόβατα καταναλώνουν κυρίως τα χόρτα και οι αγελάδες διατηρούν καθαρές τις ανοιχτές λιβαδικές εκτάσεις. Μαζί συγκροτούν ένα φυσικό σύστημα που επί αιώνες συνέβαλε στη διαμόρφωση και την προστασία του μεσογειακού τοπίου.

Η συζήτηση μετατοπίζεται σταδιακά από το «πώς θα σβήσουμε τη φωτιά» στο «πώς θα μειώσουμε τις πιθανότητες να εκδηλωθεί ή να εξαπλωθεί». Και εκεί η εκτατική κτηνοτροφία αποκτά έναν νέο ρόλο: τον περιορισμό της εύφλεκτης βλάστησης, τη διατήρηση ανοιχτών εκτάσεων και τη φυσική διαχείριση του τοπίου.

Μια παλιά γνώση που επιστρέφει

Για τους νεότερους, η ιδέα ότι οι κατσίκες μπορούν να συμβάλουν στην προστασία των δασών ίσως ακούγεται πρωτότυπη. Για όσους όμως έζησαν την ευρωπαϊκή ύπαιθρο πριν από τη μεγάλη αστικοποίηση των δεκαετιών του 1950 και του 1960, δεν είναι παρά μια παλιά γνώση που επιστρέφει. Τότε τα κοπάδια αποτελούσαν μέρος της καθημερινής ζωής, οι πλαγιές βοσκούνταν συστηματικά και η βλάστηση δεν συσσωρευόταν ανεξέλεγκτα.

Γιατί η επιστροφή της κατσίκας είναι πολιτικό ζήτημα 3

Η εγκατάλειψη της υπαίθρου, η μείωση της εκτατικής κτηνοτροφίας και η ερήμωση πολλών ορεινών περιοχών άλλαξαν σταδιακά αυτή την εικόνα. Σήμερα, η Ευρώπη φαίνεται να αναγνωρίζει ότι μαζί με τους ανθρώπους που έφυγαν χάθηκε και μια πολύτιμη μορφή διαχείρισης του τοπίου.

Δεν είναι τυχαίο ότι πλέον η συζήτηση δεν αφορά μόνο την προστασία των δασών. Αφορά και την αναζωογόνηση της πρωτογενούς οικονομίας, τη στήριξη των κτηνοτρόφων, την παραμονή νέων ανθρώπων στην ύπαιθρο και την επιβίωση των ορεινών κοινοτήτων. Η κατσίκα μετατρέπεται έτσι σε σύμβολο μιας διαφορετικής αντίληψης για την ανάπτυξη: μιας ανάπτυξης που δεν βλέπει την ύπαιθρο ως εγκαταλελειμμένο χώρο, αλλά ως πολύτιμο τμήμα της ευρωπαϊκής οικονομίας και του φυσικού περιβάλλοντος.

Ποιοι νέοι μπορούν να γυρίσουν;

Το ερώτημα, βέβαια, παραμένει δύσκολο. Ποιοι νέοι άνθρωποι μπορούν σήμερα να επιστρέψουν στην εκτατική κτηνοτροφία; Η ζωή του βοσκού εξακολουθεί να είναι απαιτητική, οι υποδομές σε πολλές ορεινές περιοχές παραμένουν ανεπαρκείς και το οικονομικό ρίσκο είναι μεγάλο.

Αν όμως η Ευρώπη θεωρεί πλέον ότι η βόσκηση προσφέρει μια πολύτιμη περιβαλλοντική υπηρεσία, τότε ίσως χρειάζεται να αντιμετωπίσει τους κτηνοτρόφους όχι μόνο ως παραγωγούς γάλακτος και κρέατος, αλλά και ως διαχειριστές του φυσικού τοπίου. Αυτό σημαίνει διαφορετικές πολιτικές στήριξης, καλύτερες υποδομές και ένα εισόδημα που να ανταμείβει όχι μόνο το προϊόν, αλλά και την υπηρεσία που προσφέρουν στην κοινωνία.

Η επιστροφή στην ύπαιθρο δεν θα γίνει από νοσταλγία. Θα γίνει μόνο αν ένας νέος άνθρωπος μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς από τη δουλειά του, να έχει πρόσβαση σε εκπαίδευση, υγεία, ψηφιακές υπηρεσίες και μια σταθερή αγορά για τα προϊόντα του. Αν η Ευρώπη πιστεύει πραγματικά ότι οι κατσίκες, τα πρόβατα και οι αγελάδες αποτελούν μέρος της λύσης απέναντι στις μεγάλες πυρκαγιές, τότε η πραγματική επένδυση δεν είναι στα κοπάδια. Είναι στους ανθρώπους που θα αποφασίσουν να τα οδηγήσουν ξανά στα βουνά.

Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να παρακολουθήσει αυτή τη μεταστροφή. Είναι μια χώρα που γνώρισε όσο λίγες τις συνέπειες της εγκατάλειψης των βουνών, της μείωσης της παραδοσιακής κτηνοτροφίας και της συσσώρευσης καύσιμης ύλης στα δάση της. Αν η νέα αυτή ευρωπαϊκή προσέγγιση μεταφραστεί σε συγκεκριμένες πολιτικές και χρηματοδοτικά εργαλεία, ίσως ανοίξει ένας διαφορετικός δρόμος για πολλές ορεινές περιοχές της χώρας μας.

Η ουσία, τελικά, δεν βρίσκεται στις κατσίκες.

Βρίσκεται στο γεγονός ότι η Ευρώπη αρχίζει να επανεκτιμά μια γνώση που για αιώνες αποτελούσε μέρος της καθημερινής ζωής της υπαίθρου και που χάθηκε μέσα στην αστικοποίηση και την εγκατάλειψη των ορεινών τόπων.

Η Ευρώπη δεν ανακαλύπτει τις κατσίκες. Ανακαλύπτει ξανά μια γνώση που η ίδια είχε εγκαταλείψει μαζί με την ύπαιθρό της.

Μοιραστείτε το άρθρο:
Δεν υπάρχουν Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *