Ο Κόλπος της Ελευσίνας δεν είναι μια ανοιχτή θάλασσα που χωρά τα πάντα. Είναι μια σχετικά αβαθής λεκάνη με μέγιστο βάθος μόλις 33 μέτρα και μέσο βάθος περίπου 18 μέτρα. Δεν είναι απέραντος ούτε ανεξάντλητος. Είναι στενός και αυτό ακριβώς που φαίνεται ως μειονέκτημα είναι η μεγαλύτερη δύναμή του.
Το 480 πΧ ο Ξέρξης Α’ έφερε απέναντι από την Ελευσίνα τη μεγαλύτερη αρμάδα που είχε δει ο κόσμος σε όγκο, δύναμη και αριθμό. Χίλια διακόσια επτά πλοία απέναντι σε έναν μικρό ελληνικό στόλο με μόλις 378 τριήρεις και πεντηκόντορους. Η σύγκρουση δόθηκε στο στενό της Κυνόσουρας ακριβώς απέναντι από την Ελευσίνα, εκεί όπου το μέγεθος έμελλε να γίνει αδυναμία.
Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Θεμιστοκλής πήρε συμβουλή από το Ιερό της Ελευσίνας να δοθεί η ναυμαχία απέναντι από το Ιερό της Δήμητρας και όχι στον Ισθμό της Κορίνθου, επειδή εκείνες τις ημέρες τελούνταν τα Ελευσίνια Μυστήρια (την 20η του Βοηδρομιώνος, περίπου στις 5 Οκτωβρίου). Η επιλογή αυτή δεν ήταν μόνο πράξη πίστης, αλλά βαθιά στρατηγική σκέψη. Εκεί όπου η θάλασσα στενεύει η υπερβολή γίνεται βάρος. Τα πολυάριθμα περσικά πλοία δεν μπορούσαν να αναπτυχθούν, μπερδεύονταν, συγκρούονταν μεταξύ τους και έχαναν τον σχηματισμό τους. Έτσι η ίδια τους η ισχύς μετατράπηκε σε αδυναμία.
Οι ελληνικές τριήρεις, ελαφριές και γρήγορες με έμπειρους ναυτικούς, χτυπούσαν με ακρίβεια. Ο στόλος του Ξέρξη δεν ηττήθηκε μόνο από ανθρώπους. Ηττήθηκε από τη γεωγραφία και αυτή η γεωγραφία έχει όνομα «Κόλπος της Ελευσίνας».
Το 1831 όταν οι Μεγάλες Δυνάμεις συγκεντρώθηκαν στην περιοχή μαζί με τον Ιωάννη Καποδίστρια για να ρυθμίσουν τις εκκρεμότητες του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, τα ίδια νερά έγιναν ξανά κέντρο εξελίξεων. Είκοσι δύο αιώνες μετά τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, οι ευρωπαϊκοί στόλοι βρέθηκαν στον ίδιο χώρο μαζί με αντιπροσώπους του Σουλτάνου για να επιλύσουν πολιτικά ζητήματα ανάμεσα στους «απογόνους του Θεμιστοκλή» και στους «συμπατριώτες του Ξέρξη». Η Ελευσίνα δεν στάθηκε στο περιθώριο αλλά υπήρξε το πέρασμα των αποφάσεων.
Ακόμη και στη νεότερη ιστορία της πόλης όταν ήρθε η αποβιομηχάνιση των δεκαετιών του 1970 και 1980, ο ίδιος ο χαρακτήρας του κόλπου έπαιξε τον ρόλο του. Ο κλειστός και γεωμορφολογικά περιορισμένος χώρος σήμαινε περιορισμένες δυνατότητες λιμενικής επέκτασης, δυσκολία ανάπτυξης νέων μεγάλων εγκαταστάσεων και αυξανόμενη περιβαλλοντική πίεση σε έναν ήδη κορεσμένο τόπο. Η αστική επέκταση γύρω από τις βιομηχανίες ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τα όρια. Σε αντίθεση με ανοιχτά λιμάνια που μπορούσαν να απλωθούν, η Ελευσίνα δεν είχε την πολυτέλεια της απεριόριστης ανάπτυξης. Ο ίδιος στενός χαρακτήρας που στην αρχαιότητα έγινε στρατηγικό πλεονέκτημα, στη βιομηχανική εποχή λειτούργησε και ως χωρικό όριο.
Η ιστορία αυτού του τόπου είναι σαφής, όποιος πλησιάζει αυτά τα νερά με λογική υπερβολής σκοντάφτει. Ο τόπος δεν αντέχει τη βιασύνη ούτε την αλαζονεία. Λειτουργεί σαν φυσικός μηχανισμός ισορροπίας, σαν να λέει ΜΕΧΡΙ ΕΔΩ.
Σήμερα 2.505 χρόνια μετά το 480 Π.Χ και 195 χρόνια μετά το 1831 μέσα στον παγκόσμιο ανταγωνισμό, με σχέδια για λιμάνια, ενέργεια, ναυπηγεία και διαμετακομιστικά κέντρα, η ίδια δοκιμασία επιστρέφει. Μεγάλα σχέδια, μεγάλες επενδύσεις, μεγάλες δυνάμεις. Όμως ο κόλπος παραμένει ΣΤΕΝΟΣ.
Όπως τότε τα πολλά περσικά πλοία χάθηκαν επειδή δεν χωρούσαν να κινηθούν, έτσι και στη νεότερη εποχή ακόμη και ισχυρές βιομηχανίες δοκιμάστηκαν μέσα σε ένα κλειστό και απαιτητικό χώρο. Η αποβιομηχάνιση δεν οφειλόταν μόνο στον χαρακτήρα του Κόλπου, προκλήθηκε από διεθνείς οικονομικές αλλαγές και εσωτερικές αδυναμίες. Όμως ο περιορισμένος χώρος, η περιβαλλοντική πίεση και τα φυσικά όρια της περιοχής ενίσχυσαν τις δυσκολίες και επιτάχυναν τις εξελίξεις.
Στα στενά αυτά δεν κερδίζει ο μεγαλύτερος και δεν επιβιώνει όποιος απλώς επεκτείνεται. Κάθε ανάπτυξη που αγνοεί το μέτρο, τον χώρο και την ταυτότητα της πόλης, αργά ή γρήγορα εγκλωβίζεται. Κερδίζει εκείνος που καταλαβαίνει τον χώρο, σέβεται τα όριά του και προσαρμόζεται σε αυτά. Και αυτος διαχρονικά δεν είναι άλλος από την ίδια την ΕΛΕΥΣΙΝΑ.